Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Γιώργος Συμπάρδης, Υπόσχεση γάμου


Γιώργος Συμπάρδης, Υπόσχεση γάμου (Μεταίχμιο, 2011).

Πολλοί είναι αυτοί που θέλουν να αφηγηθούν μια ιστορία, αλλά λίγοι όσοι μπορούν να το κάνουν καλά. Ένα στοιχείο κάθε πετυχημένης ιστορίας είναι οι καλές περιγραφές. Ο Γιώργος Συμπάρδης αποδίδει άριστα το περίγραμμα των ηρώων του, φτιάχνοντας μια πολύ ωραία τοιχογραφία με το πώς δείχνουν και πώς περνούν οι ήρωες το χρόνο τους: μαθαίνουμε τι παπούτσια φοράνε, με τι αφρόλουτρο πλένονται, αν πιάνουν τα μαλλιά τους κότσο ή αλογοουρά, τι έφαγαν το βράδυ και με τι ξεκίνησαν το πρωινό τους, που τους πάει ο Ηλεκτρικός, και από τους φέρνει το ταξί -με πλήρη σχεδόν καταγραφή των σχετικών διευθύνσεων και επιλεγμένων διαδρομών. Χάρη στην εξαιρετική παρατηρητικότητα και την εκφραστική ικανότητα του συγγραφέα, ο αναγνώστης αισθάνεται ότι παρελαύνει εμπρός του στην κάθε του λεπτομέρεια ο καθημερινό βίος ανθρώπων που μοιάζουν γνώριμοι, ίσως και οικείοι. Η αίσθηση οικειότητας είναι και αυτό που ωθεί τον αναγνώστη να μην εγκαταλείψει το ευμεγέθες βιβλίο του Συμπάρδη, παρά την κόπωση που μπορεί να δημιουργούν οι μακροσκελείς περιγραφές κοινότοπων εμπειριών.

Αυτό που λείπει όμως από το άθροισμα για να συμπληρωθεί το λογοτεχνικό σύνολο, είναι ακριβώς αυτό που θα έπρεπε να βρίσκεται εντός του περιγράμματος ώστε να δημιουργηθούν ολοκληρωμένοι χαρακτήρες: τα κίνητρα, οι συλλογισμοί, το πώς διαμορφώθηκε η προσωπικότητά των ηρώων, σε ποιες αιτίες οφείλεται η δράση ή η αδράνειά τους. Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε εξαντλητικές περιγραφές της συμπεριφοράς των ηρώων από έναν παρατηρητή ο οποίος μοιάζει να μην έχει πρόσβαση στις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, που σε μικρό ή μεγάλο βαθμό παραμένουν μυστήριο για τον αναγνώστη.

Ενδεικτικό παράδειγμα η μορφή της Όλγας, που ενώ απασχολεί σε αρκετά κεφάλαια τον συγγραφέα, ξαφνικά εξαφανίζεται ενώ οι δορυφόροι της παραμένουν -έτσι δεν μαθαίνουμε ποτέ γιατί ενεργεί όπως ενεργεί σε σχέση με τον σύζυγο και τον πεθερό της. Επιπρόσθετα, ο κεντρικός ανδρικός χαρακτήρας, ο Ζαχαρίας, εμφανίζεται κυρίως μέσα από τα βλέμματα των γυναικών που τον περιβάλλουν, παραμένοντας ως το τέλος αφηγηματικά αδύναμος και χαρακτηριολογικά λειψός.

Η αφήγηση είναι αβαθής, καθώς στην αδιάκοπη ροή της φαίνεται πως δεν προφταίνει να ανακοπεί κάπου, να συγκεντρωθεί αλλού, ώστε να σταθεί για λίγο το βλέμμα τού αναγνώστη στο χαρακτήρα των ηρώων και να βαθύνει η σκέψη του στα όσα γίνονται. Σε ορισμένες περιπτώσεις όπου ο συγγραφέας αποπειράται ξαφνικά να επεξηγήσει τους λόγους πίσω από την συμπεριφορά των ηρώων του, επιβεβαιώνεται η αίσθηση ότι στην πλειονότητά τους οι περιγραφές των προηγηθέντων γεγονότων ήταν πολύ ευχάριστες, αλλά επιφανειακές.

Παρόλο που το θέμα έχει ενδιαφέρον, η γλώσσα είναι πολύ καλή, και τα νοήματα που αντλεί ο έμπειρος αναγνώστης είναι αξιόλογα, συμβαίνει το φαινομενικά παράδοξο, η εξαντλητική συσσώρευση επιτυχημένων εξωτερικών περιγραφών να δημιουργεί ένα βιβλίο με πολλούς ήρωες, αλλά με κανέναν ολοκληρωμένο λογοτεχνικό χαρακτήρα. Αυτή τουλάχιστον είναι η αίσθηση που αποκόμισα εγώ.

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Μαρία Γαβαλά, Από γυαλί


Μαρία Γαβαλά, Από γυαλί, Κέδρος 2011.

Πέρα από τα γυαλιστερά εξώφυλλα που υπερχειλίζουν τους πάγκους κεντρικών βιβλιοπωλείων και τοπικών σουπερμάρκετ, η εκδοτική σεζόν του φετινού καλοκαιριού χαρακτηρίζεται κι από μια πληθώρα νέων τίτλων από τον ΚΕΔΡΟ. Το γεγονός της έντονης παρουσίας ενός σοβαρού εκδοτικού οίκου θα ήταν πολύ θετικό αν η ποσοτική αύξηση ήταν ευθέως ανάλογη της ποιοτικής. Δυστυχώς, την τελευταία χρονιά, λίγα είναι τα έργα που θα άντεχαν σε μια αυστηρή κριτική ανάγνωση, με βάση τη λογοτεχνική τους αξία, κι όχι με βάση τις δημόσιες σχέσεις που μπορεί να διασφαλίσουν σε έναν οίκο πεζογραφούντες δημοσιογράφοι. Κατά πόσο βέβαια θα πρέπει να επιλέγει ένας εκδοτικός οίκος κείμενα με βασικό κριτήριο την προώθηση που οι ίδιοι οι συγγραφείς τους θα του εξασφαλίσουν, είναι ένα ερώτημα που αφορά, δυστυχώς, ικανή μερίδα του εκδοτικού μας χώρου.

Ως εκ τούτου, είναι ενθαρρυντικό να συναντά κανείς το νέο βιβλίο της Μαρίας Γαβαλά στην πρόσφατη εκδοτική παραγωγή του ΚΕΔΡΟΥ. Η συλλογή διηγημάτων Από γυαλί, χαρακτηρίζεται από την κύρια αρετή και των προηγούμενων βιβλίων της: καθαρή γραφή, ακριβής στις περιγραφές της, κι όμως ανεπιτήδευτη, δίχως την τεχνητά λαϊκότροπη γλώσσα, την αναμεμειγμένη με μια άχαρη δόση λογιοτατισμού στην οποία καταφεύγουν πλέον διάφοροι συγγραφείς της μόδας. Η καθαρότητα της γραφής συνάδει με την καθαρότητα της ιδέας που καθοδηγεί την συγγραφή της κάθε ιστορίας. Κι επειδή αρκετές από τις ιδέες της Γαβαλά είναι όντως ενδιαφέρουσες, ο αναγνώστης αισθάνεται ότι διαβάζει, αν μη τι άλλο, ένα σοβαρό έργο.

Η δική μου, ωστόσο, εμπειρία ανάγνωσης της συλλογής περιείχε κάτι το οποίο δεν είναι εύκολο να ορίσω, αλλά θα μπορούσα να το εκφράσω ως εξής: όσο προχωράει η κάθε ιστορία, τόσο ατονεί.

Αυτό μπορεί να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες. Ένας είναι η έλλειψη σαφούς εστίασης σε ένα πρόσωπο ή σε ένα -έστω και σύνθετο- συμβάν, με αποτέλεσμα αφενός ο αναγνώστης να αισθάνεται κάποιες φορές μετέωρος ως προς τη σημασία των γεγονότων, κι άλλες φορές αβέβαιος για το ‘κεντρικό νόημα’ της ιστορίας (οδηγώντας, λ.χ. σε αμηχανία την ιδέα του διηγήματος ‘Αξιοπρέπεια’). Ένας άλλος παράγοντας είναι η διαρκής παρέμβαση εσωτερικών μονολόγων που άλλοτε παίζουν ενεργό ρόλο στην ιστορία, κι άλλοτε απλώς την ‘εξουδετερώνουν’ καθόσον επεξηγούν στοιχεία τα οποία ο προσεκτικός αναγνώστης θα μπορούσε, νομίζω, να συλλάβει μόνος του (ακυρώνοντας το ενδιαφέρον σκεπτικό που υπόκειται του τελευταίου διηγήματος ‘Αρμονία’).

Ικανοποιητικό αφηγηματικά είναι το ομότιτλο ‘Από γυαλί’, όπου η συγγραφέας συνδυάζει εύστοχα τον τίτλο με την κατακλείδα φράση του διηγήματος. Αξιόλογο και το διήγημα ‘Κουαρτέτο’ με το οποίο ανοίγει η συλλογή, για κάποιες από τις εικόνες που δημιουργεί. Το διήγημα που μου άρεσε ήταν το ‘Βολτούλες’: έχει μια έξυπνη ιδέα, πειστικούς διαλόγους, και πετυχαίνει την ανατροπή -στοιχείο που απουσιάζει από τα περισσότερα της συλλογής.

Γενικότερα, οι ιστορίες, παρά την άρτια περιγραφή διαφόρων συμβάντων, στερούνται κορύφωσης. Ίσως γιατί από τις περισσότερες λείπει κάτι καίριο για ένα διήγημα: το δυνατό τέλος.

Παρ’ όλα αυτά πιστεύω ότι είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί από όσους παρακολουθούν τη σοβαρή ελληνική πεζογραφία.

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2011

Γιάννης Μακριδάκης, Η άλωση της Κωνσταντίας


Γιάννης Μακριδάκης, Η άλωση της Κωνσταντίας, Εστία 2011.


Όποτε δω καινούργιο βιβλίο του Μακριδάκη στα βιβλιοπωλεία, το παίρνω στα χέρια μου, διαβάζω την πρώτη παράγραφο, κλείνω το βιβλίο, και το επανατοποθετώ στο ράφι. Σκέφτομαι πως ό,τι κάνει αυτός ο συγγραφέας το κάνει καλά -απλά, αυτό που κάνει δεν με αφορά.

Το καλοκαίρι αυτό όμως, τι με τον ‘Εζέλ’, τι με τα άλλα σήριαλ που χάνω τόσα χρόνια, είδα το βιβλίο με το όμορφο εξώφυλλο και το υπονοούμενο περί Κωνσταντινούπολης στον τίτλο, κι είπα να προσπαθήσω ξανά.

Πήρα κατάλληλη θέση, ακουμπώντας ελαφρά στον πάγκο των ευπώλητων, και ξεκίνησα: διάβασα την αρχική παράγραφο, καβατζάρισα την πρώτη σελίδα, κι έφτασα στο τέλος της δεύτερης. Εκεί σταμάτησα κι άφησα πίσω το βιβλίο, για να το βρει κάποιος από τους πολλούς φίλους της γραφής του Μακριδάκη, και τους λάτρεις της συγκεκριμένης θεματολογίας, να το αγοράσει και να το ευχαριστηθεί.

Νομίζω όμως ότι συνέλαβα κάπως καλύτερα την πηγή της δυσφορίας μου με το συγκεκριμένο πεζογραφικό ύφος: το πρόβλημα, νομίζω, είναι ακριβώς ότι πρόκειται για συνειδητό ύφος --για ένα τρόπο λογοτεχνικής έκφρασης, δηλ., που κραυγάζει στον αναγνώστη να προσέξει το πόσο καλά χειρίζεται ο συγγραφέας μία γλώσσα στην οποία κανείς άλλος δεν γράφει.

Θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί γιατί αυτό να θεωρηθεί πρόβλημα κι όχι αρετή. Η ηθογραφική μας παράδοση, στο κρίσιμο πέρασμα από τον 19ο στον 20ο αιώνα, αυτή ακριβώς την γλωσσική ιδιοτυπία επιχείρησε να αναδείξει, κάνοντας συστηματική χρήση της ντοπιολαλιάς, διανθίζοντας την επίσημη καθαρεύουσα με νησιωτικούς, θρακιώτικους, ή ρουμελιώτικους ιδιωματισμούς, προσδίδοντας στα εκτενή διηγήματα το απαραίτητο couleur locale που οι αναγνώστες των άστεων επιθυμούσαν από τη λογοτεχνία. Αν το έργο του Μακριδάκη μας επανασυνδέει, έστω και ακούσια, με μία πεζογραφική σχολή, σημαντικός και ιδιόρρυθμος εκπρόσωπος της οποίας υπήρξε άλλωστε κι ο μέγιστος Παπαδιαμάντης, τότε όλα είναι καλά.

Δεν είμαι όμως σίγουρος για αυτό, διότι πιστεύω ότι υπάρχει η εξής διαφορά. Αν σε ένα κείμενο του Παπαδιαμάντη μια μητέρα λάβει γράμμα για το γάμο της κόρης της, τα όσα κατόπιν θα μονολογήσει, αρκούντως ηχηρά για να ακουστούν από τις παρακείμενες γυναίκες, θα δοθούν στην δική της λαλιά. Για την περιγραφή της συγκεκριμένης γυναίκας όμως, ο Παπαδιαμάντης δεν υποδύεται τη γυναίκα, ούτε η γλώσσα του πιθηκίζει τις λέξεις της: την παρακολουθεί με τη λογοτεχνική του ματιά, και την περιγράφει καταρχήν στη δική του γλώσσα, την καλλιεργημένη καθαρεύουσα που συναντάμε στις προσωπικές κι επαγγελματικές επιστολές του. Η εναλλαγή αυτή -στην οποία μπορεί να οφείλεται εν μέρει κι η εκπληκτική μουσικότητα κάποιων κειμένων του- σέβεται τη βασική διάκριση ανάμεσα στον ευθύ και τον πλάγιο λόγο, και τη συνακόλουθη διαφορά ανάμεσα στον πεζογραφικό και τον προφορικό λόγο.

Αντίθετα, στο κείμενο του Μακριδάκη (ή, για να το επαναλάβω: στις σελίδες που εγώ διάβασα) η τοπική γλώσσα ρέει σε ευρύχωρες παραγράφους, ανεμπόδιστη από σημεία στίξης, πλην του κόμματος, συνθλίβοντας οπτικά και ηχητικά τη διάκριση ανάμεσα σε ευθύ και πλάγιο λόγο, παρέχοντας στο ιδίωμα την αποκλειστικότητα έκφρασης. Το αποτέλεσμα είναι μία ιδιόρρυθμη μονωδία λέξεων και φράσεων, σε συνειδητή απόσταση από τη σύγχρονη γλώσσα.

Κάποιοι το βρίσκουν αυτό εντυπωσιακό. Κάποιοι, απλώς κουραστικό. Ανήκω προφανώς στην δεύτερη κατηγορία. Πολλοί αναγνώστες φαίνεται να ανήκουν στην πρώτη. Κι αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό -ιδίως αν τα βιβλία του Μακριδάκη έχουν άλλες αρετές, που το ύφος του δεν θα μου επιτρέψει ποτέ να διαπιστώσω.

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2011

Άρης Σφακιανάκης, Ου μπλέξεις


Άρης Σφακιανάκης, Ου μπλέξεις, Κέδρος 2011


Όταν διαβάζω βιβλία του Άρη Σφακιανάκη περνάω καλά. Η δράση εξελίσσεται γρήγορα, οι άνθρωποι μιλούν όπως μιλούν οι... άνθρωποι, τα όσα τους απασχολούν είναι πιστευτά, κι όλα συμβαίνουν τον 21ο αιώνα. Στο ‘Ου μπλέξεις’ ο αναγνώστης θα απολαύσει τα ευφυή κοινωνικά σχόλια του συγγραφέα, και θα απορροφηθεί από τους εύστοχα τοποθετημένους διαλόγους που προσδίδουν αληθοφάνεια στη μυθοπλασία του.

Τρία σημεία μου φάνηκαν λιγότερο ικανοποιητικά. Το πρώτο είναι ότι η περιγραφή της προσωπικότητας των γυναικών που παρελαύνουν στις σελίδες του βιβλίου. Καταρχήν, καμία περιγραφή γυναικείου χαρακτήρα δεν είναι ολοκληρωμένη. Τούτο δεν οφείλεται μόνο στο ότι (συνειδητά ίσως) ο συγγραφέας δεν εμβαθύνει στη λογική ή τα συναισθήματα κανενός από τους χαρακτήρες του, αφήνοντας τις πράξεις τους να μετεωρίζονται στο πολύβουο κενό της καθημερινότητας. Οφείλεται επίσης στο ότι στήνει τις ηρωίδες του εκτός (οικογενειακού, φιλικού, κοινωνικού ή οποιουδήποτε άλλου) πλαισίου, παρέχοντας μόνο όσες πληροφορίες είναι αυστηρώς απαραίτητες για να προχωρήσει η περιπέτεια. Κατά δεύτερον, οι όποιες περιγραφές δίνει για τις γυναίκες, που ο ήρωας αλλάζει σαν καλοκαιρινά t-shirt, είναι αρκούντως σεξιστικές. Το ότι δεν θέτει τον εαυτό του στο απυρόβλητο, ή ότι δεν φείδεται ειρωνικών σχολίων για το πώς ο ίδιος δείχνει, για τα όσα πράττει ή σκέφτεται, δεν αναιρεί το γεγονός ότι η φαλλοκρατική ματιά είναι αυτή που ιεραρχεί τη σημασία των χαρακτήρων του βιβλίου.

Το δεύτερο σημείο που μπορεί να απογοητεύσει τον προσεκτικό αναγνώστη είναι οι ένθετες περιγραφές των Ευρωπαϊκών πόλεων. Κατανοώ την επιθυμία να δοθεί στο βιβλίο ένας αέρας κοσμοπολίτικος, αλλά ήταν απαραίτητο να γίνει με την επίπλαστη αμεσότητα των φυλλαδίων που διατίθενται σε γραφεία ταξιδίων; Μοιάζει ως αν το βιβλίο απευθυνόταν σε άτομα που δεν έχουν ποτέ ταξιδέψει, ούτε έχουν δει κανένα ντοκιμαντέρ για την αλλοδαπή, και αδημονούν για μια στοιχειώδη περιγραφή του τι κάνει ο τουρίστας της Βενετίας ή των Παρισίων.

Τέλος, ένα σημείο αμφιλεγόμενο του βιβλίου είναι η επικαιρικότητά του. Το πολύ θετικό είναι ότι --σε αντίθεση με πλήθος μετριότατων πεζογραφημάτων--, ο συγγραφέας δεν ανακυκλώνει ιστορίες από την ηρωική μιζέρια των εθνικών καταστροφών, του ύστερου εμφυλίου, της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, της δεύτερης μεταπολεμικής περιόδου, κ.ο.κ. αλλά παίρνει το ρίσκο να γράψει για την ζωή τού εδώ και τώρα. Το αρνητικό είναι πως ο τρόπος που το πραγματώνει δεν διαφέρει και τόσο από τη δημοσιογραφική μέθοδο εβδομαδιαίων περιοδικών. Το πλήθος αναφορών στην επικαιρότητα, μπορεί προς στιγμήν να εντυπωσιάζει τον αναγνώστη, δημιουργώντας μια ευχάριστη αίσθηση οικειότητας - είναι όμως αρκετά αμφίβολο αν καμία από τις αναφορές αυτές θα λειτουργεί σε λίγους μήνες από τώρα, ή αν γενικότερα στο μέλλον το μυθιστόρημα θα μπορεί να λειτουργεί εξ ίσου καλά, παρά τις παρωχημένες αναφορές του.