Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

Δημήτρης Φύσσας: Ο αναγνώστης του σαββατοκύριακου


Δημήτρης Φύσσας, Ο αναγνώστης του σαββατοκύριακου, Εστία, 2012.

Ο Φύσσας έγραψε ένα βιβλίο σχόλιο για την λογοτεχνία και τα λογοτεχνικά ήθη στη χώρα μας. Ίσως θα ήταν προτιμότερο να του είχε δώσει καθαρά δοκιμιακή μορφή γιατί τα αποσπάσματα που αφορούν θέματα που σχετίζονται με την πεζογραφία, την παραλογοτεχνία, τα ευπώλητα, τον τρόπο που βλέπουμε την ποίηση στην Ελλάδα, τις βιβλιοπαρουσιάσεις, έχουν ενδιαφέρον, χιούμορ και εύστοχες παρατηρήσεις. Κάποιες σελίδες, κυρίως στα πρώτα τρία κεφάλαια είναι απολαυστικές. Ωστόσο το πάντρεμα της μυθιστορηματικής πλοκής με τις κριτικές απόψεις του συγγραφέα, κατά τη γνώμη μου, δεν πέτυχε.

Η ιστορία του βιβλίου αποτελεί από μόνη της ένα μεγάλο κλισέ, μία αναπαραγωγή της γνωστής πλοκής του Πυγμαλίωνα, με αναφορές στο All about Eve. Μεσήλικη, πλούσια κυρία που ζει στην Κηφισιά, με μόρφωση, καλλιέργεια, λατρεία για την λογοτεχνία, προσλαμβάνει όμορφη, φτωχή, άπειρη και ακαλλιέργητη νεαρά από τις λαϊκές συνοικίες της πόλης, ως αναγνώστρια, αφού η ίδια έχει χάσει το φως της σε ατύχημα. Η κυρία και οι υπόλοιποι κάτοικοι της βίλας αναλαμβάνουν να επιμορφώσουν την κεντρική ηρωίδα, να την μυήσουν στις απολαύσεις της ποίησης και της λογοτεχνίας. Η κοπέλα, που ως εκείνη την στιγμή ασχολείτο με τα ζώδια μαγεύεται ταχύτατα από τη γοητεία των εκλεκτών αναγνωσμάτων και η μεταμόρφωσή της αρχίζει. Μέσα σε λίγους μόλις μήνες, παρατάει τα ζώδια και τις πρωινές εκπομπές, αλλάζει τις ενδυματολογικές επιλογές της -τέρμα τα στρας και τα τακούνια- τις παλιές της συνήθειες, κι αρχίζει να συχνάζει σε παρουσιάσεις βιβλίων και σινεφίλ αίθουσες, βελτιώνει ακόμα και το γούστο της στους άντρες.

Αυτή η αλλαγή νοοτροπίας δεν την εμποδίζει βέβαια να ‘κλέψει’ τον εραστή της πλούσιας κυρίας και να αναμετρηθεί μαζί της. Το προβλέψιμο τέλος του μυθιστορήματος (η μεγάλη αποκάλυψη, σύμφωνα με τον συγγραφέα, την οποία ο αναγνώστης έχει υποψιαστεί στη μέση περίπου της ιστορίας) είναι μελό, και το γεγονός ότι ο Φύσσας ‘μας κλείνει το μάτι’ σχολιάζοντας κι ο ίδιος ότι η υπόθεση γίνεται μελό, δεν αναιρεί αυτή την αίσθηση. Οι χαρακτήρες είναι τόσο κλισαρισμένοι που θυμίζουν καστ ασπρόμαυρης ελληνικής ταινίας.

Είναι φανερό ότι οι προθέσεις του συγγραφέα είναι καλές, οι στόχοι υψηλοί, τα αποσπάσματα που αφορούν τη λογοτεχνία σίγουρα είναι ικανά να προκαλέσουν ενδιαφέρουσες συζητήσεις ή απορίες, μα οι χαρακτήρες είναι αβαθείς και η πλοκή --ίσως από υπερβολική αυτοπεποίθηση, ίσως επειδή ο Δημήτρης Φύσσας ενδιαφερόταν στην ουσία να γράψει δοκίμιο κι όχι πεζογραφία-- είναι δυστυχώς ανιαρή.

Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

Ευγενία Μπογιάνου, Κλειστή πόρτα


Ευγενία Μπογιάνου, Κλειστή πόρτα, Εκδόσεις Πόλις, 2012

Η συλλογή διηγημάτων της Ευγενίας Μπογιάνου αποτελείται από έντεκα ιστορίες που καταπιάνονται με τις ζωές απλών, καθημερινών ανθρώπων, γραμμένες σε πρώτο πρόσωπο. Οι χαρακτήρες γίνονται πειστικοί και οικείοι σε βαθμό που -με ελάχιστες εξαιρέσεις- οι σκέψεις και οι πράξεις τους να εμφανίζονται αναμενόμενες και τετριμμένες, αφαιρώντας από τα διηγήματα το στοιχείο της έκπληξης, που θα επέτρεπε στους αναγνώστες να τους προσεγγίσουν από διαφορετικές οπτικές.

Οι σκέψεις και οι κινήσεις για παράδειγμα της Έλλης Καλπούζου στην ιστορία ‘Το σωστό’, καθώς και της μετανάστριας Μάγιας, στην ομότιτλη ιστορία, είναι ακριβώς αυτές που θα περίμενε κανείς από γυναίκες που βρίσκονται στη δική τους κατάσταση. Η ανατροπή που αναμένει ο αναγνώστης δεν έρχεται ποτέ. Επιπλέον σε κάποιες ιστορίες οι φωνές και το ύφος των ηρώων δεν είναι ευδιάκριτα: λόγου χάριν, με τον τρόπο που μιλάει για τον εαυτό της η πρωταγωνίστρια της ιστορίας ‘Κληρονομιά’ το κάνει και η ηρωίδα της ιστορίας ‘Κλειστή πόρτα’.

Σε όλα τα διηγήματα οι ήρωες βιώνουν μια καθημερινότητα σκληρή, μίζερη κι αδιέξοδη που αναβιώνει την αναγνωστική εμπειρία του βιβλίου του Χρήστου Οικονόμου, Κάτι θα γίνει, θα δεις (εκδόσεις Πόλις, 2010). Η Ευγενία Μπογιάνου, ακριβώς όπως και ο Οικονόμου, περιγράφει ζωές ηρώων που σχετίζονται μεταξύ τους. Με τον τρόπο αυτό, έστω και χαλαρά, οι ιστορίες συνδέονται και η δράση στους ίδιους χώρους και στο ίδιο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο δικαιολογείται. Παρόλο που η ματιά της Μπογιάνου είναι πιο τρυφερή και ενδοσκοπική και η γλώσσα περισσότερο σύγχρονη, το βιβλίο της δίνει την ίδια εντύπωση που αφήνει και η συλλογή του Οικονόμου, δηλαδή ότι η αδυναμία τής συγγραφέως να γράψει ένα ολοκληρωμένο μυθιστόρημα όπου η σχέση των χαρακτήρων θα εξηγείται αλλά και θα δικαιώνεται από την αναγκαιότητα της πλοκής, την οδήγησε να υιοθετήσει το τέχνασμα των διηγημάτων με ήρωες που οι ζωές τους αλληλοτέμνονται.

Να σημειώσω ότι η οικονομική και πολιτική κρίση που όλοι βιώνουμε σε συνδυασμό με την επιβράβευση της θεματικής και της τεχνοτροπίας του Χρήστου Οικονόμου με το Κρατικό Βραβείο, είναι αρκετά πιθανόν να παροτρύνει στο άμεσο μέλλον και άλλους νέους συγγραφείς να ενασχοληθούν με τα δεινά της εργατικής τάξης, των μεταναστών και των ανέργων. Δύο παρατηρήσεις: όλες σχεδόν οι ζωές, όσο σκληρές κι αν είναι, περικλείουν κάποιες στιγμές όπου η ελπίδα, τα όνειρα για το μέλλον, η ερωτική επιθυμία, η ικανοποίηση που πηγάζει από απλές, καθημερινές συνήθειες ή επαφές, μπορεί να τις φωτίζουν και να τις ομορφαίνουν, κάτι που δεν θυμούνται πάντα οι λογοτέχνες που επιλέγουν αυτού του είδους τη θεματολογία προκειμένου να φανεί (σε ποιον άραγε;) ότι κάνουν ‘σοβαρή λογοτεχνία’ --ενώ ταυτόχρονα μειώνουν κατά πολύ την αίσθηση αληθοφάνειας την οποία καταφανώς επιδιώκουν.

Δεύτερον, το πόσο σημαντικός και αυθεντικός είναι ένας λογοτεχνικός χαρακτήρας --καθώς κι ο τρόπος που ένα λογοτεχνικό βιβλίο συμβάλλει στην αντίσταση κατά της πολιτιστικής και ηθικής κρίσης που συμπλέκεται με την οικονομική-- δεν εξαρτάται από το πόσο περιθωριακός είναι και από τον βαθμό εξαθλίωσης που βιώνει αλλά από μία σειρά διαφορετικών κριτηρίων, αυτών που πάντα, ανεξάρτητα από τις τρέχουσες συνθήκες, ξεχώριζαν την καλή από την κακή λογοτεχνία.