Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Γιώργος Μανιώτης: Τώρα


Γιώργος Μανιώτης, Τώρα, Εκδόσεις Ψυχογιός

 
Η εξαιρετικά δύσκολη οικονομική συγκυρία που διανύουμε μπορεί να αποτελέσει για ένα συγγραφέα έναυσμα στοχασμού και δημιουργικής ενασχόλησης με το τώρα. Μπορεί όμως και να γίνει η μεγαλύτερη παγίδα για όποιον επιχειρεί βιαστικά και δίχως κρίση να μιλήσει λογοτεχνικά για την κρίση.

Ο Μανιώτης φαίνεται πως έχει στο τελευταίο βιβλίο του μια συγκεκριμένη ατζέντα: να επισημάνει τους κινδύνους που κρύβει η αδιάκοπη επιδίωξη του χρήματος, και να εξηγήσει πώς ο άκρατος καταναλωτισμός και το κυνήγι του πλούτου έχει καταστρέψει τη σύγχρονη κοινωνία.

Για να φέρει εις πέρας το συγγραφικό σχέδιό του, χρησιμοποιεί το τέχνασμα μιας τηλεοπτικής εκπομπής, στην οποία μια δημοσιογράφος παίρνει συνεντεύξεις από τα μέλη της οικογένειάς της. Με τις προσωπικότητες των γυναικών να είναι σαφώς ισχυρότερες των ανδρών, ο Μανιώτης ξετυλίγει μια ιστορία που μοιάζει με θεατρικό δρώμενο--οι αρχικοί διάλογοι είναι ολοζώντανοι και οι ανατροπές στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου συχνές. Δυστυχώς πολύ σύντομα η πρωτοτυπία της πλοκής εξαντλείται, καθώς οι περισσότεροι χαρακτήρες παραμένουν ασχημάτιστοι κι αναληθοφανείς, αφού χρησιμοποιούνται από τον συγγραφέα ως φερέφωνα των απόψεών του.

Υπάρχουν εκτενείς αναφορές σε κάθε θέμα που, σύμφωνα με τον συγγραφέα, έχει καθορίσει την ελληνική πραγματικότητα την  τελευταία πεντηκονταετία: τους οικονομικούς κολοσσούς, τους κομματικούς μηχανισμούς, τον υπερκαταναλωτισμό, τη βιομηχανία της μουσικής, τον χώρο των εκδόσεων, την τηλεόραση, την δημοσιογραφία, την παγκοσμιοποίηση. Το κυριότερο πρόβλημα του βιβλίου είναι ότι απουσιάζει η πολυφωνία: και οι δέκα χαρακτήρες εκφέρουν παρόμοιες απόψεις με τον ίδιο σχεδόν τόνο και παρόμοια λογοτεχνική 'φωνή', δημιουργώντας ένα διαρκώς επαναλαμβανόμενο κείμενο, που βρίθει κλισέ και στερεότυπων φράσεων.

Ένας σημαντικός συγγραφέας, με πλούσιο λογοτεχνικό έργο, μας παρουσιάζει σε αυτό το βιβλίο ιδέες και θεωρίες που μάλλον θα αναδεικνύονταν καλύτερα αν είχε επιλέξει τη μορφή του πολιτικού δοκιμίου ή του κριτικού χρονογραφήματος. Σίγουρα το αποτέλεσμα δεν δικαιολογεί την επιλογή του μυθιστορήματος.

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Γιώργος Γλυκοφρύδης: Hotel Chelsea




Γιώργος Γλυκοφρύδης, Hotel Chelsea, Ψυχογιός

Το πρόσφατο βιβλίο του Γιώργου Γλυκοφρύδη εξιστορεί την ερωτική σχέση ανάμεσα σε έναν Έλληνα και μία Αμερικανίδα, σχέση που τελειώνει με τον θάνατο της γυναίκας στους Δίδυμους Πύργους το 2001. Ο ξαφνικός θάνατος, η οδύνη της απώλειας, το παρατεταμένο πένθος (δέκα χρόνια μετά το συμβάν ο Στέφανος πενθεί ακόμα τον άδικο χαμό της Σάρας) είναι μεν θέματα θλιβερά, αλλά προσφέρουν στον συγγραφέα πλούσιο υλικό προς διερεύνηση και ανάπτυξη.

Δυστυχώς ο Γλυκοφρύδης διαχειρίζεται την ιστορία του με μεγάλη αμηχανία και κινείται ανάμεσα σε πολλά θέματα χωρίς να εμβαθύνει σε κανένα με επιτυχία.  Η ιδέα καθεαυτή  είναι ενδιαφέρουσα και αναγνωρίζω την προσπάθεια του συγγραφέα να μην καταφύγει στην ευκολία του μελό μα έχω την εντύπωση ότι ο Γλυκοφρύδης ξέχασε ότι η τέχνη του σεναρίου είναι πολύ διαφορετική από αυτή του μυθιστορήματος, και ότι οι ποιότητες που συστήνουν ένα επιτυχημένο σενάριο, δεν οδηγούν απαραίτητα στη δημιουργία ενός καλού μυθιστορήματος

Το μεγαλύτερο ελάττωμα του βιβλίου είναι οι υπερβολικά συχνοί και μακροσκελείς διάλογοι με τους οποίους ο συγγραφέας επιχειρεί όχι να εμπλουτίσει μα να υποκαταστήσει τις περιγραφές πράξεων και κυρίως συναισθημάτων του ήρωα. Την ίδια στιγμή στην  προσπάθεια του αυτοί οι διάλογοι να είναι αληθοφανείς, στερούνται ενδιαφέροντος, αναλώνονται σε τετριμμένα θέματα, επαναλαμβάνουν κάποιες εκφράσεις κλισέ (όπως οι προσφωνήσεις των ερωτευμένων) και γίνονται ανιαροί.  Ο δε χαρακτήρας της Γκρέις που είναι ίσως ο πιο γοητευτικός για τον αναγνώστη ενέχει πολλά στερεότυπα.

Η είσοδος στο μυθιστόρημα στοιχείων επιστημονικής φαντασίας που αποτελεί μια έξυπνη ανατροπή θα μπορούσε να προσδώσει πραγματικό ενδιαφέρον στην ιστορία αν ο συγγραφέας την είχε επεξεργαστεί κατάλληλα. Αντ' αυτού παραμένει αναληθοφανής εφόσον δεν αναπτύσσεται λογοτεχνικά αλλά περιορίζεται σε στοιχειώδεις περιγραφές και αβαθείς διαλόγους ακυρώνοντας την πρωτοτυπία.

Εν ολίγοις, το βιβλίο εκκινά από μία πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα που δεν πραγματώνεται λογοτεχνικά.