Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

Δήμητρα Κολλιάκου: Το πρόσωπο του ουρανού

 

Δήμητρα Κολλιάκου, Το πρόσωπο του ουρανού, Πατάκης

Υπάρχουν βιβλία που παρά τα εμφανή προβλήματά τους, την ελλιπή ανάπτυξη της πλοκής, τους μη ρεαλιστικούς χαρακτήρες, ή την αδόκιμη γλώσσα τους, διαθέτουν κάτι που μας κινεί το ενδιαφέρον. Με το βιβλίο της Κολλιάκου συμβαίνει, παραδόξως, το αντίθετο. Η γλώσσα είναι καλοδουλεμένη, το αντικείμενο που πραγματεύεται είναι αξιόλογο κι η πλοκή αναπτύσσεται προς ποικίλες κατευθύνσεις - αλλά δεν έχει κανένα ενδιαφέρον. Πρόκειται για ένα κείμενο που δεν ασκεί καμία γοητεία στον αναγνώστη - ή, τουλάχιστον σε μένα, που το βρήκα χλιαρό, θα έλεγα, λογοτεχνικά άγευστο.

Η υπόθεση: Η Νεφέλη, ελληνικής καταγωγής, μάνα του δεκάχρονου Νικόλα, αντιμετωπίζει δυσκολίες στη σχέση της με τον Βρετανό σύζυγό της, Σαμ. Μάνα και γιος μετακομίζουν σε μικρότερο σπίτι, επειδή ο Σαμ, έχοντας μόλις απολυθεί από το Πανεπιστήμιο στο Νιούκασλ, αποδέχεται μια θέση στο Πανεπιστήμιο της Μπαρσελόνα. Στη νέα της γειτονιά, η Νεφέλη γνωρίζει την Μάριον, μια γυναίκα που έχει περάσει τα εξήντα. Καθώς η φιλία τους αναπτύσσεται η Αγγλίδα δίνει στη Νεφέλη το χειρόγραφο του πατέρα της ο οποίος είχε πολεμήσει στη μάχη της Κρήτης. Στην πορεία ο αναγνώστης μαθαίνει ότι ο Σαμ δεν έχει πάει στην Μπαρσελόνα, έχει απλώς μετακομίσει, εν αγνοία της Νεφέλης, στο γειτονικό Σάδερλαντ όπου προσπαθεί να γράψει μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας.

Μοναδική ίσως ανταμοιβή για τον υπομονετικό αναγνώστη είναι το ένθετο χειρόγραφο για τη μάχη της Κρήτης. Κάθε μία από τις επιμέρους ιστορίες, άλλωστε, ενέχει υλικό για ανάπτυξη η οποία ποτέ δεν έρχεται - και το χειρότερο, παραμένουν έως τέλους ετερόκλητες. Τα κεφάλαια από το βιβλίο επιστημονικής φαντασίας που υποτίθεται ότι γράφει ο Σαμ είναι κουραστικά και μία περιττή παράκαμψη από την κύρια ιστορία που επιβραδύνει και άλλο μία ήδη μακρόσυρτη πλοκή. Η απόπειρα τέλος, της συγγραφέως να φιλοσοφήσει προς το τέλος του βιβλίου είναι μάλλον άτεχνη, καθώς περιορίζεται σε εξαιρετικά κοινότοπες διαπιστώσεις, και δεν προσφέρει κάτι καινούργιο στον αναγνώστη.

Η έλλειψη χάρης όλου του κειμένου θα δικαιολογείτο αν επρόκειτο ίσως για μια συνειδητή απόπειρα υπονόμευσης λογοτεχνικών προτύπων, ένα εγχείρημα ανατροπής των προσδοκιών του μέσου αναγνώστη. Τίποτα από αυτά όμως δεν νομίζω ότι ισχύει.

Το κείμενο δεν διεγείρει κάποιο συναίσθημα - ίσως ηθελημένα. Το βασικό πρόβλημα όμως είναι ότι δεν κινεί καθόλου τον στοχασμό ή τη στοιχειώδη σκέψη.

Πρόκειται για ένα καλογραμμένο, μα εντελώς άδειο βιβλίο, όπου η γέφυρα επικοινωνίας με τους αναγνώστες είναι κομμένη.