Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης: Το ελάχιστο ίχνος



Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, Το ελάχιστο ίχνος. Ροδακιό


Το πρόσφατο βιβλίο του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη χαρακτηρίζεται από το γνωστό ιδιαίτερο ύφος που του εξασφάλισε πιστούς αναγνώστες αλλά και αρκετούς επικριτές. Γιατί η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για ένα συγγραφικό στυλ που είτε σου αρέσει-οπότε θεωρείς θετικές τις ιδιομορφίες του- είτε σου δημιουργεί αναγνωστική όχληση. Η επιλογή μιας πλούσιας διαλέκτου, η πλοκή που μοιάζει να εκτυλίσσεται σε προηγούμενους αιώνες, οι παραδοσιακές δραματουργικές συμβάσεις--με αυτή της ανταλλαγής των βρεφών, δοκιμασμένη από την ηθογραφική μας παράδοση, να ξεχωρίζει--συναντώνται και στο Ελάχιστο Ίχνος.

Τίποτα στο μυθιστόρημα του Χατζηγιαννίδη δεν φαίνεται σύγχρονο-αν και η ιστορία φτάνει ως το 1995-, τίποτα δεν μοιάζει φυσικό. Αντίθετα ο αναγνώστης έχει την εντύπωση ότι παρακολουθεί μία σειρά από τεχνάσματα που παράγουν μία γεωμετρική σύνθεση, μια σφιχτή αλλά παραστολισμένη ύφανση από ηθογραφικα μοτίβα, καλολογικά στοιχεία, θεατρικά και πεζογραφικά παραθέματα. Δυστυχώς απουσιάζει εδώ η αίσθηση της οργανικής ανάπτυξης όπου ο αναγνώστης παρακολουθεί μιαν ιστορία να εκτυλίσσεται, συχνά απρόβλεπτα, μιαν αφήγηση στην οποία μπορεί να χαθεί, και να ξεχάσει προς στιγμήν πως πρόκειται για μυθοπλαστικό δημιούργημα.

Το γεγονός ότι ο Χατζηγιαννίδης δουλεύει τόσο την γλώσσα του δεν μας επιτρέπει να αποδώσουμε διάφορες παρωχημένες ή 'περίεργες' εκφράσεις σε αστοχία-πρόκειται αντίθετα για συνειδητή επιλογή του συγγραφέα (πιθανόν ώστε να προσδώσει στην ιστορία του την αίγλη του κλασικού). Γιατί λόγου χάριν, να επιλέγεται η γραφή 'συφορά' αντί για συμφορά, 'απάνω πάτωμα' αντί για επάνω ή πάνω, 'των δυονώ' αντί για των δύο, ή να κατασκευάζει έναν τόσο περίπλοκο επιρρηματικό τύπο όπως 'τον ρώτησε με αποτομιά' αντί του απότομα; Κερδίζει πραγματικά το μυθιστόρημα από τέτοιου είδους επιλογές που μας μεταφέρουν εκφραστικά σε άλλες εποχές; 

Την ίδια αίσθηση όμως-κι αυτό είναι ακόμα πιο σημαντικό- δίνουν στον αναγνώστη και οι ήρωες του βιβλίου. Η ψυχολογία τους δεν έχει τα γνωρίσματα του σύγχρονου ατόμου, κατοίκου μιας μεγαλούπολης, αλλά στερεοτυπικών χαρακτήρων που ξεπηδούν από ηθογραφήματα της εποχής του Βικέλα: η νησιώτισσα παραμάνα, η πλούσια κυρία που νιώθει άβολα να αγγίζει και να θηλάζει το μωρό της, η Ζανού η καλόκαρδη πόρνη, ο θρησκόληπτος πατέρας, η 'μάγισσα θεία', ο ανάπηρος με την αγγελική καλοσύνη.

Ίσως το επόμενο στοίχημα για τον Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη δεν είναι αν θα καταφέρει να μας δώσει ένα ακόμα εξαιρετικά καλογραμμένο μυθιστόρημα που θυμίζει λαϊκό ανάγνωσμα του ύστερου 19ου αιώνα, αλλά αν θα δοκιμάσει το ταλέντο του σε κάτι σύγχρονο τόσο από την άποψη της γλώσσας, όσο και από την άποψη της ψυχολογίας των χαρακτήρων--διότι, καλώς ή κακώς, αυτά τα δύο πάνε μαζί.

Κατανοώ ότι οι ήρωες του σύγχρονου αστικού μυθιστορήματος δεν αντιμετωπίζουν ηρωικά διλήμματα και τραγικές καταστάσεις εκτός αν η κυκλοθυμία, η κατάθλιψη και τα ερωτικά αδιέξοδα περιλαμβάνονται σε αυτές. 'Ίσως, πιθανολογώ, να είναι αυτό που στρέφει τον Χατζηγιαννίδη προς χαρακτήρες παλαιότερων πεζογραφικών παραδόσεων και τον αποτρέπει από το να διερευνήσει την ψυχοσύνθεση σύγχρονων ηρώων.

Όσον αφορά την επιτυχία του εγχειρήματος του Χατζηγιαννίδη να μας αφηγηθεί μία φιλόδοξη οικογενειακή 'τραγωδία' θα συμφωνούσα με την άποψη του ήρωά του, Αυγουστίνου Ψυχού, ο οποίος (όπως αναφέρεται στη σελ. 143) «πίστευε... ότι οι οικογενειακοί δεσμοί και τα οικογενειακά δράματα είχαν αξία μόνον αν καταπιανόταν μαζί τους ένας Τσέχωφ ή ένας Ίψεν».