Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

Βαγγέλης Ραπτόπουλος: λεσβία




Βαγγέλης Ραπτόπουλος, λεσβία (Κέδρος)

Καθώς διάβαζα το νέο βιβλίο του Βαγγέλη Ραπτόπουλου αναρωτήθηκα τι τον ώθησε να τοποθετήσει την ιστορία του στην δεκαετία του '90. Πρόκειται για έκφραση συγγραφικής νοσταλγίας; Οφείλεται άραγε στο ότι οι γνώσεις του για τις σχέσεις μεταξύ γυναικών πηγάζει από την περίοδο της νεότητάς του; Ή μήπως απευθύνεται στο κοινό των πενηντάρηδων αναγνωστών που τον ακολουθεί πιστά, και που μπορεί, ακόμη και στην εποχή μας, να βρίσκει το θέμα ερεθιστικό;

Όποια κι αν είναι η απάντηση, γεγονός παραμένει ότι είναι σημαντικό να έχουμε στα χέρια μας ένα σύγχρονο βιβλίο που μάς μιλά για τον λεσβιακό έρωτα -- ένα αντικείμενο που παραμένει ασυνήθιστο στην ελληνική πεζογραφία.

Σύμφωνα με το μυθιστόρημα, φαίνεται ότι οι γυναίκες με λεσβιακές εμπειρίες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: σε αυτές που έτσι γεννήθηκαν, και σε εκείνες που κάποια τραυματική εμπειρία τις οδηγεί να κάνουν ομόφυλες σχέσεις για μικρό ή μεγαλύτερο διάστημα. Η Μελίνα ανήκει μάλλον στην δεύτερη κατηγορία αφού, αν και έχει εκδηλώσει την ερωτική της περιέργεια για την συμφοιτήτριά της, αποφασίζει να συνάψει μαζί της σχέση μετά από έναν βιασμό.

Η ιστορία παρακολουθεί για κάποια κεφάλαια τον βιαστή, καθώς εξομολογείται σκηνές από την καθημερινότητά του σε ένα ψυχίατρο. Η έκταση που καταλαμβάνει αυτή η εξομολόγηση δεν είναι μεγάλη, αποτελεί όμως μακράν το καλύτερο τμήμα του βιβλίου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει επίσης ο τρόπος που περιγράφεται η σκηνή του βιασμού από τις ενάντιες οπτικές του θύματος και του θύτη.

Ακολουθούν λεπτομερείς περιγραφές των ερωτικών περιπτύξεων ανάμεσα στις δύο γυναίκες, με τρόπο μάλλον επιφανειακό, και μια ηδονοθηρική ματιά. Οι περισσότερες αφηγήσεις έχουν χαρακτήρα διεκπεραιωτικό καθώς στερούνται συναισθηματικού βάθους ή αισθησιακής έντασης, με αποτέλεσμα να μην εγείρουν - τουλάχιστον σε μένα - το αναγνωστικό ενδιαφέρον.

Ο συγγραφέας μιλάει μερικές φορές για το «κυρίως πιάτο» καθώς περιγράφει τις ερωτικές περιπτύξεις των ηρωίδων, αναπαράγοντας ένα ακόμη στερεότυπο για τον λεσβιακό έρωτα, καθώς δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι οι λεσβίες έχουν την ίδια αντίληψη για τα «προκαταρκτικά» και το σεξ που έχουν οι ετεροφυλόφιλοι άντρες της γενιάς μας. Επίσης δεν είμαι σίγουρος αν λέξεις όπως «φασώνομαι» τις χρησιμοποιούσαν οι νέοι της δεκαετίας του '90.


Η επανάληψη παραγράφων που προφανώς ο συγγραφέας θεωρεί σημαντικές, κάποιες φορές λειτουργεί αφυπνιστικά για τον αναγνώστη, και κάποιες άλλες απλώς κουράζει. Οι χαρακτήρες, χωρίς να είναι ψεύτικοι, είναι μονοδιάστατοι. Όπως ήδη ανέφερα, είναι σίγουρα αξιέπαινο ότι ο συγγραφέας εστιάζει σε μια θεματική που συναντάται σπάνια στην ελληνική λογοτεχνία, ωστόσο ο τρόπος που προσεγγίζει την ψυχολογία των ηρωίδων δεν είναι ιδιαίτερα βαθύς. Το συνολικό αποτέλεσμα θυμίζει μάλλον μετεφηβικό ανάγνωσμα.