Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

Γιώργος Γλυκοφρύδης: Hotel Chelsea




Γιώργος Γλυκοφρύδης, Hotel Chelsea, Ψυχογιός

Το πρόσφατο βιβλίο του Γιώργου Γλυκοφρύδη εξιστορεί την ερωτική σχέση ανάμεσα σε έναν Έλληνα και μία Αμερικανίδα, σχέση που τελειώνει με τον θάνατο της γυναίκας στους Δίδυμους Πύργους το 2001. Ο ξαφνικός θάνατος, η οδύνη της απώλειας, το παρατεταμένο πένθος (δέκα χρόνια μετά το συμβάν ο Στέφανος πενθεί ακόμα τον άδικο χαμό της Σάρας) είναι μεν θέματα θλιβερά, αλλά προσφέρουν στον συγγραφέα πλούσιο υλικό προς διερεύνηση και ανάπτυξη.

Δυστυχώς ο Γλυκοφρύδης διαχειρίζεται την ιστορία του με μεγάλη αμηχανία και κινείται ανάμεσα σε πολλά θέματα χωρίς να εμβαθύνει σε κανένα με επιτυχία.  Η ιδέα καθεαυτή  είναι ενδιαφέρουσα και αναγνωρίζω την προσπάθεια του συγγραφέα να μην καταφύγει στην ευκολία του μελό μα έχω την εντύπωση ότι ο Γλυκοφρύδης ξέχασε ότι η τέχνη του σεναρίου είναι πολύ διαφορετική από αυτή του μυθιστορήματος, και ότι οι ποιότητες που συστήνουν ένα επιτυχημένο σενάριο, δεν οδηγούν απαραίτητα στη δημιουργία ενός καλού μυθιστορήματος

Το μεγαλύτερο ελάττωμα του βιβλίου είναι οι υπερβολικά συχνοί και μακροσκελείς διάλογοι με τους οποίους ο συγγραφέας επιχειρεί όχι να εμπλουτίσει μα να υποκαταστήσει τις περιγραφές πράξεων και κυρίως συναισθημάτων του ήρωα. Την ίδια στιγμή στην  προσπάθεια του αυτοί οι διάλογοι να είναι αληθοφανείς, στερούνται ενδιαφέροντος, αναλώνονται σε τετριμμένα θέματα, επαναλαμβάνουν κάποιες εκφράσεις κλισέ (όπως οι προσφωνήσεις των ερωτευμένων) και γίνονται ανιαροί.  Ο δε χαρακτήρας της Γκρέις που είναι ίσως ο πιο γοητευτικός για τον αναγνώστη ενέχει πολλά στερεότυπα.

Η είσοδος στο μυθιστόρημα στοιχείων επιστημονικής φαντασίας που αποτελεί μια έξυπνη ανατροπή θα μπορούσε να προσδώσει πραγματικό ενδιαφέρον στην ιστορία αν ο συγγραφέας την είχε επεξεργαστεί κατάλληλα. Αντ' αυτού παραμένει αναληθοφανής εφόσον δεν αναπτύσσεται λογοτεχνικά αλλά περιορίζεται σε στοιχειώδεις περιγραφές και αβαθείς διαλόγους ακυρώνοντας την πρωτοτυπία.

Εν ολίγοις, το βιβλίο εκκινά από μία πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα που δεν πραγματώνεται λογοτεχνικά.

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Αμάντα Μιχαλοπούλου: Λαμπερή μέρα


Αμάντα Μιχαλοπούλου, Λαμπερή μέρα. Διηγήματα. Καστανιώτης.

Η ελληνική λογοτεχνία είναι γεμάτη από στερεότυπα. Οι συγγραφείς της χωρίζονται γενικά σε δύο κατηγορίες: αυτούς που παράγουν τα ρομάντζα με τα γυαλιστερά εξώφυλλα, κι αυτούς που απευθύνονται σε σοβαρότερο αναγνωστικό κοινό.

Η ίδια η διάκριση βέβαια, στην γενικότητά της, αποτελεί κι η ίδια στερεότυπο, καθόσον και οι δύο κατηγορίες έχουν πολλές υποκατηγορίες. Μία από αυτές περιλαμβάνει πεζογράφους άνω των 40, που, όπως η Μιχαλοπούλου, επιχειρούν να δώσουν στα κείμενά τους έναν κοσμοπολίτικο αέρα, με συχνές αναφορές σε πόλεις εκτός Ελλάδος, και ήρωες ξένων χωρών. Το κοινό στο οποίο απευθύνονται δεν είναι απαραίτητα κοινό με βαθειά γνώση της διεθνούς λογοτεχνίας: μπορεί απλά να αποτελείται από ανθρώπους που έχουν ταξιδέψει ή έχουν περάσει κάποιο διάστημα της ζωής τους εκτός συνόρων, και μοιράζονται κοινούς κώδικες επικοινωνίας. Κι εδώ συναντάμε τα στερεότυπα. 

Το πρώτο που μου κάνει εντύπωση στο βιβλίο της Μιχαλοπούλου είναι ότι στο εξώφυλλο δεν αναφέρεται, ως είθισται, ότι πρόκειται για συλλογή διηγημάτων, δημιουργώντας στο κοινό την εντύπωση ότι πρόκειται για μυθιστόρημα.

Υπάρχουν μεγάλες/έντονες διαφορές στην ποιότητα των διηγημάτων. Κάποια κείμενα κεντρίζουν το ενδιαφέρον, κάποια άλλα είναι κοινότοπα ή απλώς ανολοκλήρωτα. Κάποια τέλος δίνουν στον αναγνώστη την αίσθηση ότι τα έχει πρωτοδιαβάσει σε συλλογές αγγλόφωνων πεζογράφων. Αν και όλα τα διηγήματα είναι καλογραμμένα, σε αρκετά από αυτά την τελευταία στιγμή η συγγραφέας αποφεύγει να εμβαθύνει στη λογική των αφηγούμενων γεγονότων, ή να ξεγυμνώσει τους χαρακτήρες, κι έτσι όλα μένουν σε ένα μάλλον επιφανειακό επίπεδο.

Αρκετά από τα κείμενα έχουν έντονα κλισέ, όπως η Μεσοποταμία και το Φθινόπωρο στο Φρίουλι, σε βαθμό που οι ήρωες μοιάζει να έχουν ξεπηδήσει από τα λαμπερά περιοδικά λάιφστάιλ της προηγούμενης δεκαετίας.

Η γενικότερη εντύπωσή μου, εντούτοις, για τη Λαμπερή μέρα είναι αμφίσημη. Αφενός εκτιμώ την ποιότητα της γραφής και την προσπάθεια της συγγραφέως να δώσει κάτι σύγχρονο στο αναγνωστικό κοινό της. Η παράθεση όμως καταστάσεων, γεγονότων, ή τοπονυμιών που υποτίθεται ότι είναι ανοίκεια στον Έλληνα αναγνώστη δεν καθιστά αυτομάτως ένα βιβλίο καλό--ιδίως όταν ένας συγγραφέας μοιάζει να το κάνει συστηματικά ως εάν να ήταν αυτοσκοπός.

Ομολογώ πάντως ότι προτιμώ το στυλ των διηγημάτων της Μιχαλοπούλου, με τον συνειδητά κοσμοπολίτικο κι εξωστρεφή χαρακτήρα τους, από την πρόσφατη μόδα συλλογών όπως αυτή του Οικονόμου, όπου η συγγραφική επιτήδευση φτάνει στα άκρα, και όπου η μόνη δικαίωση του εγχειρήματος έγκειται στο πόσο φτωχοί και καταφρονεμένοι είναι οι ήρωες.

Κυριακή 15 Ιουλίου 2012

Athens Prize for Literature 2012

Ανακοινώθηκε η 'μεγάλη λίστα' των εληνικών βιβλίων για το Athens Prize for Literature 2012. 

Το 45% των προτεινόμενων τίτλων ανήκει στις Εκδόσεις Μεταίχμιο. Να υποθέσω ότι το κύριο λογοτεχνικό κριτήριο της επιτροπής ήταν ότι ήρθε η σειρά του συγκεκριμένου οίκου για βραβείο; 

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012

Δημήτρης Νόλλας: Στον τόπο





Δημήτρης Νόλλας, Στον τόπο, Ίκαρος, 2012.

Διαβάζω Δημήτρη Νόλλα όταν θέλω να υπενθυμίσω στον εαυτό μου πώς είναι η σύγχρονη πεζογραφία. Παρά το προχωρημένο της ηλικίας του και την πολυετή παρουσία του –τέσσερις δεκαετίες, τώρα- στα ελληνικά γράμματα, τα κείμενα του Νόλλα είναι πολύ πιο προωθημένα κι αντισυμβατικά από αυτά πολλών νεώτερων συγγραφέων που αναπαράγουν τεχνοτροπικά μοτίβα της προπολεμικής ηθογραφίας, ή της πλέον πεπατημένης μυθιστορηματικά ξένης πεζογραφίας.

Κείμενα που ρέουν σαν το ποτάμι της συνείδησης, δημιουργώντας σε ολιγοσέλιδη έκταση ένα αφηγηματικό σύμπαν, ευρύχωρο τόσο που να χωρά τον σωματικό πόθο, την θυμική μνήμη, τις δυσδιάκριτες προθέσεις, και τις ριζικές υπερβάσεις μιας απρόβλεπτης καθημερινότητας. 

Η θεματική της συλλογής αφορά σε πρώτο επίπεδο διάφορες μορφές του ‘ξένου’ ή του ‘διαφορετικού’, όποιου, τέλος πάντων, η ζωή βρέθηκε, έστω προσωρινά, εκτός ενός τακτοποιημένου κι εφησυχαστικού πλαισίου. Σε ένα βαθύτερο επίπεδο όμως οι ιστορίες αφορούν στην εσωτερική εξορία – που δεν γνωρίζει εθνικά ή οικονομικά σύνορα, και που μπορεί να ‘φιλοξενήσει’ τις πλέον τυπικές και φαινομενικά τακτοποιημένες ζωές.

Η εναλλαγή αφηγηματικών οπτικών, σε βάθος χρόνου και μεταβολή τόπων, πραγματώνεται με δεξιοτεχνικό τρόπο σε διηγήματα όπως ‘Τα λόγια του αέρα’ και οι ‘Αναπόδραστες συναντήσεις’, ενώ η χρήση του εσωτερικού μονόλογου ως τριταγωνιστή στη συζήτηση ενός ζευγαριού οδηγεί στην πύκνωση των ψυχικών διεργασιών και σε μια σειρά καίριων ανατροπών στο ‘Ένα κουλούρι στα δυο’. Όμορφη, και με υπονόμευση διαφόρων στερεοτύπων, είναι η ιστορία που μας μοιράζουν ‘Τα καμένα χαρτιά’, όπως κι αυτή για το ‘Μωρό στην αιώρα’ -- αλλά το διήγημα της συλλογής που νιώθω ότι θα με ακολουθεί για καιρό είναι ‘Η τιμή των ονείρων’.

Στον τόπο εγκαινιάζει την παρουσία του Νόλλα στις εκδόσεις Ίκαρος. Ελπίζω σύντομα να δούμε κι άλλους καρπούς αυτής της συνεργασίας.

Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

Χρήστος Αστερίου: Ίσλα Μπόα


Χρήστος Αστερίου, Ίσλα Μπόα, Εκδόσεις Πόλις

Το μυθιστόρημα του Χρήστου Αστερίου είναι εκ πρώτης όψεως μία δραματική περιπέτεια αλλά σε δεύτερο επίπεδο λειτουργεί ως πολιτικό σχόλιο για την κρίση (οικονομική, πολιτιστική, αξιολογική) που χαρακτηρίζει την εποχή μας.

Η ιστορία διαδραματίζεται στο Ίσλα Μπόα ένα ερημονήσι όπου δέκα άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι από διαφορετικές κουλτούρες και χώρες αποβιβάζονται μαζί με ένα αμερικάνικο τηλεοπτικό συνεργείο, προκειμένου να πάρουν μέρος σε ένα παιχνίδι που θυμίζει μία παραλλαγή του γνωστού στους αναγνώστες Survival.

Χωρισμένο σε δώδεκα κεφάλαια όπου οι ήρωες της ιστορίας, άντρες και γυναίκες, περιγράφουν σε πρώτο πρόσωπο τι νιώθουν, πώς βρέθηκαν στο νησί, ποιοι είναι και ποια είναι τα όνειρά κι οι επιθυμίες τους, το βιβλίο πραγματεύεται άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο πετυχημένα, μία σειρά από θέματα: την γεωπολιτική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών, την θρησκευτική διαφορετικότητα, τους μηχανισμούς της καπιταλιστικής οικονομίας, την δυσκολία να συμβιώσουν άνθρωποι από διαφορετικό πολιτιστικό υπόβαθρο, τον αμοραλισμό της τηλεόρασης και της βιομηχανίας του θεάματος.

Το βιβλίο είναι υπερβολικά φιλόδοξο κι επιχειρεί να παρουσιάσει τόσα θέματα που στο τέλος η μυθιστορηματική ισορροπία χάνεται. Οι περισσότεροι ήρωες δεν ξεφεύγουν από την σχηματική, ‘βιαστική’ περιγραφή και δεν αποκτούν ποτέ βάθος ή αληθοφάνεια. Περιγράφουν οι ίδιοι τη ζωή τους, χωρίς, στην πλειοψηφία τους, να μιλάνε για τα κίνητρά τους, δίχως να ‘αποκαλύπτονται’ στον αναγνώστη.

Επιπλέον κάποια από τα κεφάλαια, είναι απλώς φλύαρα και κουραστικά, δίχως συγκεκριμένο αφηγηματικό κέντρο. Αρκετή απόσταση χωρίζει τους χαρακτήρες που έχουν αποδοθεί πιο αναλυτικά και ολοκληρωμένα, όπως αυτόν του Ρέιμοντ Όκλι ή της Ελληνίδας, που έχει την δική της, ιδιαίτερη φωνή, και τους λιγότερο αληθοφανείς, όπως αυτόν της Κινέζας Φου Μινγκ Ξια που λειτουργεί σαν στερεότυπο δυναμικής, πετυχημένης και μοναχικής γυναίκας ιδωμένη από μία στενά αντρική ματιά.

Τα κεφάλαια που αφορούν τον Σάμυ Κόου και την συνάντησή του με την νεαρή γυναίκα αποτελούν κατά τη γνώμη μου τα καλύτερα και πιο ’κινηματογραφικά’ σημεία του βιβλίου, όπου η υπόθεση εκτυλίσσεται σε γρήγορους ρυθμούς, οι διάλογοι είναι έξυπνοι και πειστικοί, οι ανατροπές ενδιαφέρουσες.

Η σύλληψη της ιστορίας που γίνεται απρόσμενα θρίλερ είναι έξυπνη, αλλά η εκτέλεσή της προδίδει το βιβλίο σε αρκετά σημεία, αφού οι χαρακτήρες δεν κερδίζουν το ενδιαφέρον, αλλά λειτουργούν μηχανικά ως φορείς μιας μακρόσυρτης αφήγησης.

Το τελευταίο κεφάλαιο που επιχειρεί να συναρμόσει τα κομμάτια του παζλ και να ερμηνεύσει το απώτερο νόημά του, στερείται πειστικότητας, είναι φιλοσοφικά ανερμάτιστο, και αφηγηματικά επιτηδευμένο.

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Δημήτρης Φύσσας: Ο αναγνώστης του σαββατοκύριακου


Δημήτρης Φύσσας, Ο αναγνώστης του σαββατοκύριακου, Εστία, 2012.

Ο Φύσσας έγραψε ένα βιβλίο σχόλιο για την λογοτεχνία και τα λογοτεχνικά ήθη στη χώρα μας. Ίσως θα ήταν προτιμότερο να του είχε δώσει καθαρά δοκιμιακή μορφή γιατί τα αποσπάσματα που αφορούν θέματα που σχετίζονται με την πεζογραφία, την παραλογοτεχνία, τα ευπώλητα, τον τρόπο που βλέπουμε την ποίηση στην Ελλάδα, τις βιβλιοπαρουσιάσεις, έχουν ενδιαφέρον, χιούμορ και εύστοχες παρατηρήσεις. Κάποιες σελίδες, κυρίως στα πρώτα τρία κεφάλαια είναι απολαυστικές. Ωστόσο το πάντρεμα της μυθιστορηματικής πλοκής με τις κριτικές απόψεις του συγγραφέα, κατά τη γνώμη μου, δεν πέτυχε.

Η ιστορία του βιβλίου αποτελεί από μόνη της ένα μεγάλο κλισέ, μία αναπαραγωγή της γνωστής πλοκής του Πυγμαλίωνα, με αναφορές στο All about Eve. Μεσήλικη, πλούσια κυρία που ζει στην Κηφισιά, με μόρφωση, καλλιέργεια, λατρεία για την λογοτεχνία, προσλαμβάνει όμορφη, φτωχή, άπειρη και ακαλλιέργητη νεαρά από τις λαϊκές συνοικίες της πόλης, ως αναγνώστρια, αφού η ίδια έχει χάσει το φως της σε ατύχημα. Η κυρία και οι υπόλοιποι κάτοικοι της βίλας αναλαμβάνουν να επιμορφώσουν την κεντρική ηρωίδα, να την μυήσουν στις απολαύσεις της ποίησης και της λογοτεχνίας. Η κοπέλα, που ως εκείνη την στιγμή ασχολείτο με τα ζώδια μαγεύεται ταχύτατα από τη γοητεία των εκλεκτών αναγνωσμάτων και η μεταμόρφωσή της αρχίζει. Μέσα σε λίγους μόλις μήνες, παρατάει τα ζώδια και τις πρωινές εκπομπές, αλλάζει τις ενδυματολογικές επιλογές της -τέρμα τα στρας και τα τακούνια- τις παλιές της συνήθειες, κι αρχίζει να συχνάζει σε παρουσιάσεις βιβλίων και σινεφίλ αίθουσες, βελτιώνει ακόμα και το γούστο της στους άντρες.

Αυτή η αλλαγή νοοτροπίας δεν την εμποδίζει βέβαια να ‘κλέψει’ τον εραστή της πλούσιας κυρίας και να αναμετρηθεί μαζί της. Το προβλέψιμο τέλος του μυθιστορήματος (η μεγάλη αποκάλυψη, σύμφωνα με τον συγγραφέα, την οποία ο αναγνώστης έχει υποψιαστεί στη μέση περίπου της ιστορίας) είναι μελό, και το γεγονός ότι ο Φύσσας ‘μας κλείνει το μάτι’ σχολιάζοντας κι ο ίδιος ότι η υπόθεση γίνεται μελό, δεν αναιρεί αυτή την αίσθηση. Οι χαρακτήρες είναι τόσο κλισαρισμένοι που θυμίζουν καστ ασπρόμαυρης ελληνικής ταινίας.

Είναι φανερό ότι οι προθέσεις του συγγραφέα είναι καλές, οι στόχοι υψηλοί, τα αποσπάσματα που αφορούν τη λογοτεχνία σίγουρα είναι ικανά να προκαλέσουν ενδιαφέρουσες συζητήσεις ή απορίες, μα οι χαρακτήρες είναι αβαθείς και η πλοκή --ίσως από υπερβολική αυτοπεποίθηση, ίσως επειδή ο Δημήτρης Φύσσας ενδιαφερόταν στην ουσία να γράψει δοκίμιο κι όχι πεζογραφία-- είναι δυστυχώς ανιαρή.

Σάββατο 10 Μαρτίου 2012

Ευγενία Μπογιάνου, Κλειστή πόρτα


Ευγενία Μπογιάνου, Κλειστή πόρτα, Εκδόσεις Πόλις, 2012

Η συλλογή διηγημάτων της Ευγενίας Μπογιάνου αποτελείται από έντεκα ιστορίες που καταπιάνονται με τις ζωές απλών, καθημερινών ανθρώπων, γραμμένες σε πρώτο πρόσωπο. Οι χαρακτήρες γίνονται πειστικοί και οικείοι σε βαθμό που -με ελάχιστες εξαιρέσεις- οι σκέψεις και οι πράξεις τους να εμφανίζονται αναμενόμενες και τετριμμένες, αφαιρώντας από τα διηγήματα το στοιχείο της έκπληξης, που θα επέτρεπε στους αναγνώστες να τους προσεγγίσουν από διαφορετικές οπτικές.

Οι σκέψεις και οι κινήσεις για παράδειγμα της Έλλης Καλπούζου στην ιστορία ‘Το σωστό’, καθώς και της μετανάστριας Μάγιας, στην ομότιτλη ιστορία, είναι ακριβώς αυτές που θα περίμενε κανείς από γυναίκες που βρίσκονται στη δική τους κατάσταση. Η ανατροπή που αναμένει ο αναγνώστης δεν έρχεται ποτέ. Επιπλέον σε κάποιες ιστορίες οι φωνές και το ύφος των ηρώων δεν είναι ευδιάκριτα: λόγου χάριν, με τον τρόπο που μιλάει για τον εαυτό της η πρωταγωνίστρια της ιστορίας ‘Κληρονομιά’ το κάνει και η ηρωίδα της ιστορίας ‘Κλειστή πόρτα’.

Σε όλα τα διηγήματα οι ήρωες βιώνουν μια καθημερινότητα σκληρή, μίζερη κι αδιέξοδη που αναβιώνει την αναγνωστική εμπειρία του βιβλίου του Χρήστου Οικονόμου, Κάτι θα γίνει, θα δεις (εκδόσεις Πόλις, 2010). Η Ευγενία Μπογιάνου, ακριβώς όπως και ο Οικονόμου, περιγράφει ζωές ηρώων που σχετίζονται μεταξύ τους. Με τον τρόπο αυτό, έστω και χαλαρά, οι ιστορίες συνδέονται και η δράση στους ίδιους χώρους και στο ίδιο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο δικαιολογείται. Παρόλο που η ματιά της Μπογιάνου είναι πιο τρυφερή και ενδοσκοπική και η γλώσσα περισσότερο σύγχρονη, το βιβλίο της δίνει την ίδια εντύπωση που αφήνει και η συλλογή του Οικονόμου, δηλαδή ότι η αδυναμία τής συγγραφέως να γράψει ένα ολοκληρωμένο μυθιστόρημα όπου η σχέση των χαρακτήρων θα εξηγείται αλλά και θα δικαιώνεται από την αναγκαιότητα της πλοκής, την οδήγησε να υιοθετήσει το τέχνασμα των διηγημάτων με ήρωες που οι ζωές τους αλληλοτέμνονται.

Να σημειώσω ότι η οικονομική και πολιτική κρίση που όλοι βιώνουμε σε συνδυασμό με την επιβράβευση της θεματικής και της τεχνοτροπίας του Χρήστου Οικονόμου με το Κρατικό Βραβείο, είναι αρκετά πιθανόν να παροτρύνει στο άμεσο μέλλον και άλλους νέους συγγραφείς να ενασχοληθούν με τα δεινά της εργατικής τάξης, των μεταναστών και των ανέργων. Δύο παρατηρήσεις: όλες σχεδόν οι ζωές, όσο σκληρές κι αν είναι, περικλείουν κάποιες στιγμές όπου η ελπίδα, τα όνειρα για το μέλλον, η ερωτική επιθυμία, η ικανοποίηση που πηγάζει από απλές, καθημερινές συνήθειες ή επαφές, μπορεί να τις φωτίζουν και να τις ομορφαίνουν, κάτι που δεν θυμούνται πάντα οι λογοτέχνες που επιλέγουν αυτού του είδους τη θεματολογία προκειμένου να φανεί (σε ποιον άραγε;) ότι κάνουν ‘σοβαρή λογοτεχνία’ --ενώ ταυτόχρονα μειώνουν κατά πολύ την αίσθηση αληθοφάνειας την οποία καταφανώς επιδιώκουν.

Δεύτερον, το πόσο σημαντικός και αυθεντικός είναι ένας λογοτεχνικός χαρακτήρας --καθώς κι ο τρόπος που ένα λογοτεχνικό βιβλίο συμβάλλει στην αντίσταση κατά της πολιτιστικής και ηθικής κρίσης που συμπλέκεται με την οικονομική-- δεν εξαρτάται από το πόσο περιθωριακός είναι και από τον βαθμό εξαθλίωσης που βιώνει αλλά από μία σειρά διαφορετικών κριτηρίων, αυτών που πάντα, ανεξάρτητα από τις τρέχουσες συνθήκες, ξεχώριζαν την καλή από την κακή λογοτεχνία.