Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2011

Έρση Σωτηροπούλου, Να νιώθεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα


Έρση Σωτηροπούλου, Να νιώθεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα, Πατάκης, 2011.

Το καλαίσθητο εξώφυλλο της νέας συλλογής διηγημάτων της Σωτηροπούλου προδιαθέτει θετικά τον αναγνώστη. Τα διηγήματα ωστόσο ποικίλουν αρκετά ως προς τη λογοτεχνική τους αξία. Η πλέον άρτια και ικανής έκτασης ιστορία του βιβλίου είναι η «Κυριακή θεού στο Άμστερνταμ», όπου οι ήρωες ζωντανεύουν μέσω μιας καλοδουλεμένης, πειστικά ολοκληρωμένης πλοκής, καθώς τα γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο με φυσικό ρυθμό οδηγώντας το διήγημα σε ένα επιτυχημένο τέλος.

Δεν ισχύει όμως το ίδιο για όλες τις ιστορίες, ακόμα και για αυτές όπου η κεντρική ηρωίδα χάρη στα ιδιαίτερα γνωρίσματά της κινεί προς στιγμήν το έντονο ενδιαφέρον του αναγνώστη («Μάτια μέσα στη νύχτα»). Ένα διήγημα ενέχει ευφυή ανατροπή («Ακόμη και στον παράδεισο κάποιος μπλοφάρει»), ενώ στα περισσότερα απουσιάζει όχι μόνο η κορύφωση, αλλά και οι μικρές έστω εξωτερικές ή εσωτερικές ανατροπές που είναι απαραίτητες στην μικρή φόρμα.

Αν και όλες σχεδόν οι ιστορίες περιλαμβάνουν παραγράφους που ξεχωρίζουν λόγω της ικανότητας της συγγραφέως να κατευθύνει την προσοχή μας σε άδηλες αλλά εξαιρετικά σημαίνουσες λεπτομέρειες της ανθρώπινης φύσης, συνήθως το αφηγηματικό αποτέλεσμα ακυρώνεται, είτε από την αδυναμία ολοκλήρωσης που αφήνει τον αναγνώστη μετέωρο («Λοιπόν, σας αρέσει η λογοτεχνία;») είτε από ένα όχι δύσκολα προβλέψιμο τέλος («Στο φωτεινό δωμάτιο»).

Δεν γνωρίζω αν είναι εσωτερική ανάγκη ή εξωγενείς πιέσεις που ωθούν καταξιωμένους συγγραφείς να δίνουν προς δημοσίευση κείμενα που δεν συνθέτουν απαραίτητα ένα ολοκληρωμένο βιβλίο. Η απορία αυτή εγείρεται κυρίως όταν διαβάζω συλλογές διηγημάτων, κάποια από τα οποία ίσως έπρεπε να μείνουν στο συρτάρι του συγγραφέα, ή να έχουν αναπτυχθεί περισσότερο, ώστε να μην μοιάζουν με προσχέδια πολλά υποσχόμενων κειμένων.

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Περιπολών περί πολλών τυρβάζω


Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Περιπολών περί πολλών τυρβάζω (Πατάκης, 2011)

Ο Σκαμπαρδώνης είναι εξαιρετικός αφηγητής περιστατικών, τα οποία, αρκετές φορές, συνθέτουν άρτια διηγήματα. Το συγγραφικό του βλέμμα διαπερνά τον κόσμο των αισθήσεων και της φαντασίας, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερο αφηγηματικό σύμπαν όπου μικρές λεπτομέρειες εκτινάσσουν προς διάφορες κατευθύνσεις την πλοκή των γεγονότων.

Αν και τα διηγήματα είναι αυτοτελή, το βιβλίο πάλλεται από κοινά αφηγηματικά ρεύματα, είτε λόγω της χωρικής ταυτότητας -καθόσον οι περισσότερες ιστορίες εκτυλίσσονται εις, ή περί, την Θεσσαλονίκη- είτε λόγω της χρονικής συνέχειας -όπου οι συχνές μεταβάσεις μεταξύ παιδικής, εφηβικής και ώριμης ηλικίας, υφαίνουν τον θυμικό βίο των ηρώων.

Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι όλα τα διηγήματα εξίσου λειτουργικά. Στα καλύτερα, η διήγηση απορροφά τον αναγνώστη, οδηγώντας τον -δίχως κι ο ίδιος να καταλαβαίνει πώς- σε ένα σημείο θέασης απ’ όπου η μαγεία που εμπεριέχουν τα πλέον απλά, καθημερινά πράγματα, εμφανίζεται με ζηλευτή πειστικότητα (όπως στο εξαιρετικό «Συνταγή λουκουμιών»).

Σε κάποια άλλα, ένα περιστατικό που εμφανίζεται σε πρώτο πλάνο ολοκληρώνεται έξοχα ως τη μέση περίπου του διηγήματος, αφήνοντας στις επόμενες σελίδες τον αναγνώστη κάπως μετέωρο ως την διατύπωση του, μάλλον αναμενόμενου, τέλους (βλ. «Έργο τέχνης»).

Ορισμένα, τέλος, μοιάζουν να υπολείπονται απώτερου νοήματος, πέραν της άσκησης της περιγραφικής δεξιότητας του συγγραφέα - όπως με το «Δυο κιλά ζαβογαρίδες», στο οποίο ο αναγνώστης προσκαλείται σε μια πανδαισία οπτικών, οσφρητικών, κι ηχητικών εντυπώσεων, όπου τα όσα δραματικά ή κωμικά τεκταίνονται στη κάθε σελίδα διαμορφώνουν μια επίπεδη, δίχως συναισθηματικές κορυφώσεις, ιστορία.

Μια συλλογή είκοσι έξι διηγημάτων από την πένα του Σκαμπαρδώνη, είναι απίθανο να μην περιέχει κείμενα που θα ικανοποιήσουν τους οπαδούς της μικρής φόρμας: ακόμη κι αν δεν βρουν και τις είκοσι έξι ιστορίες του γούστου τους, είναι αδύνατο να μην θαυμάσουν την μαεστρία του συγγραφέα.

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

Νίκος Παναγιωτόπουλος, Τα παιδιά του Κάιν


Νίκος Παναγιωτόπουλος, Τα παιδιά του Κάιν, Μεταίχμιο, 2011.


Περίμενα το νέο βιβλίο του Νίκου Παναγιωτόπουλου με μεγάλο ενδιαφέρον. Το αναζήτησα αρχικά στο κεντρικό βιβλιοπωλείο του Ελευθερουδάκη, όπου αρκετές ημέρες μετά την κυκλοφορία του μου είπαν ότι δεν το είχαν φέρει ακόμη. Στάθηκα τυχερός σε ένα συνοικιακό βιβλιοπωλείο των βορείων προαστίων, αφού χρειάστηκε να σηκώσω με τη βοήθεια του υπάλληλου μία ντάνα με ‘Δημουλίδου’, ώστε να ανασύρω Τα παιδιά του Κάιν κι ένα βιβλίο της Σωτηροπούλου.

Άρχισα να διαβάζω το βιβλίο σ’ ένα διπλανό cafe, ρουφώντας τα πρώτα κεφάλαια, τόσο για την ποιότητα της γραφής τους, όσο και για την ιστορία που το βιβλίο υπόσχεται ότι θα ξεδιπλώσει. Η περιγραφή των γεγονότων καλύπτει τρεις δεκαετίες, στην διάρκεια των οποίων θα ανατραπούν δεδομένα, όχι μόνο λόγω εξωτερικών περιστάσεων ή κοινωνικό-πολιτικών αλλαγών, αλλά κυρίως λόγω του διαφορετικού τρόπου που βιώνουν οι ήρωες το πέρασμα του χρόνου. Αρκετές στιγμές μου ερχόταν στο νου το οικείο ρεφραίν του Βάρναλη «...Αχ, πού σαι, νιότη, που δειχνες πως θα γινόμουν άλλος!». Είναι νομίζω χαρακτηριστικό σημερινών πενηντάρηδων να νιώθουν μια ιδιαίτερη απογοήτευση για τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία -όχι απαραίτητα επειδή όλα για όλους είναι τόσο άσχημα, αλλά διότι οι προσδοκίες και τα όνειρα εκείνης της γενιάς δύσκολα θα μπορούσαν να βρουν μια ευτυχή πραγμάτωση μόλις έρχονταν σε επαφή με την καθημερινότητα.

Ο Παναγιωτόπουλος μας δίνει ένα κείμενο συνειδητά αυτο-αναφορικό, καθόσον πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που αφηγείται, μεταξύ άλλων, τον τρόπο που γράφεται, αποκαλύπτοντας (ως ένα βαθμό), το παιχνίδι του συγγραφέα με τον αναγνώστη. Υιοθετεί μάλιστα μια τεχνική σεναρίου ώστε να δημιουργήσει και να διατηρήσει το αναγνωστικό ενδιαφέρον: την τεχνική αυτή όμως ο συγγραφέας δεν την εφαρμόζει μηχανικά, αλλά επιχειρεί να την υπονομεύσει εκ των έσω, αναβάλλοντας την επίλυση εντάσεων, και τη λύση των μικρών ή μεγάλων μυστηρίων. Εντούτοις, ο συγκεκριμένος τρόπος που χειρίζεται αυτή την τεχνική ο Παναγιωτόπουλος με άφησε ανικανοποίητο - όχι γιατί δεν δίνει οριστική απάντηση στο αφηγηματικό ερώτημα που τίθεται στο πρώτο κεφάλαιο, αλλά γιατί στην προσπάθειά του να επιτείνει την αγωνία ξεπερνά το όριο αντοχής του αναγνώστη, ο οποίος προς το τέλος του βιβλίου αρχίζει και αδιαφορεί για τα βαθύτερα κίνητρα και την τύχη των ηρώων.

Η γλώσσα, οι λεπτομερείς περιγραφές των χώρων και των κινήσεων των ηρώων, και οι εύστοχες κοινωνιολογικές παρατηρήσεις είναι οπωσδήποτε στα συν του βιβλίου-- αν και, κατά τη γνώμη μου, οι παρατηρήσεις αυτές μπορεί να λειτουργούσαν πιο αποτελεσματικά αν διαχέονταν στο κείμενο, αντί να δίνονται σε κλειστές και ενίοτε μακροσκελείς παραγράφους που ανακόπτουν τη ροή της ιστορίας. Οι ζωντανές εικόνες παρασύρουν τον αναγνώστη, ο οποίος δύσκολα θα αφήσει το βιβλίο παρά το μέγεθος και την -σε κάποια κεφάλαια- μακρηγορία του συγγραφέα. Η σύλληψη και η παρουσίαση της ιστορίας είναι πολύ ενδιαφέρουσα - αλλά ο συγγραφέας ανοίγει πολύ το εύρος του φακού, ξεχνώντας να ζουμάρει στα ιδιαίτερα στοιχεία που θα έδιναν μεγαλύτερο βάθος στον κάθε χαρακτήρα. Σε κάποιες περιπτώσεις βασικά στοιχεία για τους ήρωες δίνονται πολύ αργά στην εξέλιξη της ιστορίας επιτείνοντας την αίσθηση ότι η ανάγκες της πλοκής φτιάχνουν τον εκάστοτε χαρακτήρα, ο οποίος μοιάζει ως εάν να μην υφίσταται έξω από την ιστορία.

Παρά τις όποιες ενστάσεις σε επιμέρους σημεία, πιστεύω ότι Τα παιδιά του Κάιν είναι ένα έργο το οποίο θα προσφέρει αναγνωστική απόλαυση σε κάθε λάτρη της σοβαρής λογοτεχνίας - και για το οποίο αξίζει να παραμερίσουμε τις ντάνες της ευπώλητης παραλογοτεχνίας.

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

Μιχάλης Φακίνος, Η έρημος έρχεται


Μιχάλης Φακίνος, Η έρημος έρχεται, Καστανιώτης, 2011.

Θραύσματα από προηγούμενες διηγήσεις του Μιχάλη Φακίνου βρίσκονται σε χημική σύνθεση που παράγει ένα ισχυρό αφηγηματικό κοκτέιλ.

Στα θετικά του βιβλίου θα πρέπει να καταχωρηθούν, πρώτον, η περιγραφική δεινότητα του συγγραφέα -κάθε πρότασή του είναι σημαίνουσα, αποδίδοντας μέσω συνεχών εναλλαγών εσωτερικής και εξωτερικής εστίασης, το ακριβές περίγραμμα των όσων συμβαίνουν, μα και τον τρόπο που, κυρίως ο αφηγητής, και δευτερευόντως οι υπόλοιποι χαρακτήρες, βιώνουν τα γεγονότα.

Δεύτερον, η σαφής αποτύπωση του κάθε περιστατικού στο οποίο εμπλέκονται οι ήρωες, επιτυγχάνοντας σε λίγες σελίδες να παρουσιάσει την εκκίνηση, ανάπτυξη, και ολοκλήρωση της εκάστοτε περιπέτειας.

Τρίτον, την ευρηματική ιδέα παρουσίασης των ηρώων ως μελών μιας ορχήστρας, συγγραφικό τέχνασμα που αφενός επιτρέπει την διαρκή μετακίνηση των ηρώων και την επαφή τους με πολύ διαφορετικά πρόσωπα, αφετέρου προσφέρεται για πλήθος νοηματικών συνδηλώσεων αφού πρόκειται --κατά την άποψή μου-- για μια ορχήστρα που υπό τη διεύθυνση ενός συγγραφέα-μαέστρου, παράγει ιδιότυπους ήχους που δίνουν σχήμα στον αεικίνητο χρόνο, ο οποίος ως θέμα διατρέχει το αφήγημα, από την αρχική σκηνή της κηδείας, που σηματοδοτεί ένα βιολογικό τέλος, ως το αφηγηματικό τέλος της ιστορίας που με την (κατ' ουσίαν, μουσική) φράση “φως-παύση-φως-παύση-φως-φως-φως-παύση...” επιχειρεί να δώσει το μέτρο, ή έστω έναν ρυθμό, στο χάος της ανθρώπινης ύπαρξης.

Οι ενστάσεις που θα διατύπωνα για το βιβλίο πηγάζουν από την κόπωση που αισθάνθηκα κάποιες στιγμές από την γραμμικότητα της αφήγησης. Ενώ κάθε επιμέρους ιστορία μπορεί να κινητοποιεί έντονα το ενδιαφέρον του αναγνώστη, η παρατακτική τους σύνδεση, σε συνάρτηση με την κοινή θυμική ατμόσφαιρα που διέπει όλα σχεδόν τα περιστατικά, δημιουργεί -σε μένα τουλάχιστον- έναν αναγνωστικό κορεσμό -χρειάστηκαν αρκετά διαλείμματα, μίας ή δύο ημερών, μεταξύ κεφαλαίων, ώστε να ολοκληρώσω ένα τόσο σύντομο μυθιστόρημα, 170 σελίδων.

Χαίρομαι πάντως που όταν θ’ αναρωτιέμαι αν υπάρχουν αυθεντικοί πεζογράφοι στην Ελλάδα -εν αντιθέσει με τους αντιγράφοντες, μεταγράφοντες, τα αδόκιμα προϊόντα δημιουργικών σεμιναρίων, και τους ευπώλητους παραλογοτέχνες μας- θα μπορώ, χάρη στο Η Έρημος έρχεται, να προσμετρώ και τον Μιχάλη Φακίνο.

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

Ελιάνα Χουρμουζιάδου, Μακάρι να ήσουν εδώ


Ελιάνα Χουρμουζιάδου, Μακάρι να ήσουν εδώ, Κέδρος 2011


Το καλό στη σύλληψή του, μα ανολοκλήρωτο στην εκτέλεσή του, βιβλίο της Χουρμουζιάδου είναι από τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα που διάβασα πρόσφατα.

Σε πρώτο επίπεδο η υπόθεση αφορά ένα ζευγάρι σε κρίση. Όσο όμως προχωρά η διήγηση αντιλαμβανόμαστε ότι ο γαμήλιος βίος ενός Γερμανού και μιας Ελληνίδας αναταράζεται από δονήσεις που μόνο καλά κρυμμένα μυστικά μπορούν να προκαλέσουν. Σταδιακά εισάγεται ένα δεύτερο επίπεδο με πιθανά εγκλήματα πολέμου, διαλυμένες οικογενειακές ιστορίες, ύποπτες μεταπολεμικές περιουσίες, καταπάτηση παραλιακών οικοπέδων με εκκλησιαστικές ευλογίες, μετοίκηση κάποιων από την Ευρώπη σ’ ένα απομακρυσμένο αιγαιοπελαγίτικο νησί, κι άλλων από εκείνο το νησί προς την Κεντρική ή τη Δυτική Ευρώπη, σε συνδυασμό με μια αργά αναδυόμενη ιστορία κληρονομικής ψυχασθένειας.

Οι δυνατότητες που παρέχει αυτό το παλίμψηστο είναι αφηγηματικά τεράστιες - όμως ελάχιστες πραγματώνονται σ' ένα κείμενο το οποίο μπορεί μεν να θέτει όλα αυτά τα ζητήματα, αφήνει όμως τον αναγνώστη μετέωρο ως προς την ερμηνεία και την ακριβή ρόλο τους στην συγκρότηση των χαρακτήρων και την εξέλιξη της μυθοπλασίας.

Το βιβλίο αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο, με τίτλο ‘ΜΑΞ’, ο λόγος εκφέρεται στο δεύτερο ενικό, και ενώ δεν δηλώνεται ρητά ο ομιλών και ο αποδέκτης, δημιουργείται η εντύπωση ότι είναι ο ίδιος ο Μαξ που απευθύνεται στον εαυτό του - πρόκειται για τεχνική που εύστοχα αναδεικνύει την αποστασιοποίηση του Μαξ από τα συναισθήματά του και τη βασανιστική του προσπάθεια να ορίσει οτιδήποτε --αντικείμενο, συμβάν, ή πρόσωπο-- διαρκώς απομακρύνεται από αυτόν.

Στο δεύτερο μέρος, ο ‘ΔΑΝΙΗΛ’ μας μιλά σε πρώτο πρόσωπο, με την ευθύτητα και την αμεσότητα που χαρακτηρίζει κάποιον που φρόντισε από νωρίς να πάρει αποστάσεις από τους γύρω του, αλλά θεωρεί ότι κατανοεί πλήρως και μπορεί να μεταφέρει στον αναγνώστη το πώς σκέφτονται οι άλλοι, όπως η αδελφή του --και σύζυγος του Μαξ-- Ρέα. Το δεύτερο μέρος επιχειρεί μια συστηματικότερη εμπλοκή του προσωπικού και οικογενειακού παρόντος, με το κοινωνικό-πολιτικό παρελθόν της Ευρώπης. Το εγχείρημα αυτό όμως περιορίζεται σε ενδιαφέρουσες νύξεις, ή την παράθεση σποραδικών στοιχείων η οποία δεν εμβαθύνει επαρκώς στους χαρακτήρες, ούτε οδηγεί το πλούσιο ιστορικό υλικό σε μια άρτια σύνθεση. Και για αυτό δεν ευθύνεται απλώς η περιορισμένη έκταση του βιβλίου -- υπάρχουν άλλωστε στα ελληνικά, βιβλία αρκετά μικρότερου μεγέθους, που μοιράζουν την αφήγηση σε δύο μέρη και ασχολούνται με δύσκολες ιστορικές αλήθειες, αλλά που δίνουν σαφώς την αίσθηση ενός ολοκληρωμένου λογοτεχνικού έργου.

Είναι χαρακτηριστικό πολλών Ελλήνων πεζογράφων να συλλαμβάνουν εξαιρετικές ιδέες που αποτυγχάνουν να απογειώσουν, ή έστω να αναπτύξουν με τρόπο επαρκή για ένα λογοτεχνικό έργο. Η ιστορία τελειώνει ακριβώς την στιγμή που το ενδιαφέρον του αναγνώστη εντείνεται τόσο ως προς την τελική στάση της Ρέας, όσο και ως προς το φορτωμένο μυστικά παρελθόν της οικογένειας του Μαξ. Δεδομένης της έρευνας που προηγήθηκε της συγγραφής, και των αρετών που έχει η γραφή της Χουρμουζιάδου, είναι κρίμα που η συγγραφέας δεν επιχείρησε κάτι πιο φιλόδοξο.

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2011

Βασίλης Αλεξάκης, Η πρώτη λέξη


Βασίλης Αλεξάκης, Η πρώτη λέξη (Εξάντας, 2011).


Λέγεται ότι τα μυθιστορήματα είναι δύο ειδών: μυθιστορήματα δράσης ή χαρακτήρων. Το βιβλίο του Αλεξάκη στερείται δράσης και υπολείπεται χαρακτήρων. Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς: αφενός η δράση είναι υποτυπώδης, λειτουργώντας ως πρόσχημα για την έκθεση των ιδεών που επιθυμεί να παρουσιάσει ο συγγραφέας. Αφετέρου οι χαρακτήρες δεν αναπτύσσονται, αλλά σκιαγραφούνται, τόσο μόνο όσο επαρκεί για να φέρουν εις πέρας το έργο της ανταλλαγής πληροφοριών, έκφρασης αποριών, και διατύπωσης απαντήσεων, για το οποίο τους προόριζε ο συγγραφέας.

Αν τα αναφέρω αυτά με τρόπο λακωνικό και ίσως όχι απόλυτα επεξηγηματικό, είναι γιατί ο Αλεξάκης είναι ένας από τους συγγραφείς που εκτιμώ, και που για την αγορά του κάθε νέου βιβλίου του δεν νιώθω ποτέ δισταγμό. Αντιθέτως, πιστεύω ότι είναι ένας από τους λίγους πεζογράφους που, στα περισσότερα έργα του, έχει το σημαντικότατο -για μένα- χάρισμα να δημιουργεί έντονη συγκινησιακή φόρτιση, με λιτά αφηγηματικά μέσα. Ακόμη και σε αυτό, το τόσο άγευστο, μυθιστόρημα υπάρχουν στιγμές που μπορούν να κινήσουν το συναίσθημα του αναγνώστη - οι στιγμές αυτές όμως είναι λίγες κι η παρουσία τους απλώς επιτείνει την αίσθηση ότι διαβάζει κάποιος ένα κείμενο το οποίο προτάσσει, έναντι των λογοτεχνικών αρετών, κάποιες αμιγώς γνωσιακές αξίες.

Η γνωσιακή διάσταση του βιβλίου είναι όντως υπολογίσιμη, στο μέτρο που καταφέρνει να συμπτύξει έναν πλούτο δεδομένων και να τον παρουσιάσει με τρόπο εξαιρετικά σαφή. Το αντικείμενο του βιβλίου μαντεύεται από τον τίτλο του: πρόκειται για την αναζήτηση των απαρχών της ανθρώπινης ομιλίας : την «πρώτη λέξη». Στην πορεία της αναζήτησης, η οποία πραγματώνεται μέσω εξαντλητικών διαλόγων μεταξύ διαφόρων ερευνητών, και του αφηγητή -- το φύλο του οποίου (γυναικείο) μου υπενθύμιζε η χρήση μετοχών του αντίστοιχου γραμματικού γένους, μιας που η φωνή του αφηγητή είχε (συνειδητά ίσως;) έναν άφυλο, θα έλεγα, χαρακτήρα --, ο αναγνώστης συλλέγει ένα πλήθος πληροφοριών, που διευρύνουν τον ορίζοντα κατανόησης αυτού του τόσο περίπλοκου όσο και μαγευτικού φαινομένου που ονομάζεται γλωσσική επικοινωνία.

Κάποιος που μπορεί να μην έχει ερευνητικό ενδιαφέρον για αυτό το ζήτημα --και συνεπώς δεν τον προβληματίζουν ζητήματα μεθοδολογικής τάξης, εννοιολογικής διερεύνησης, ή φιλοσοφικής συνοχής-- όμως επιθυμεί να πληροφορηθεί για τα συναφή ευρήματα των επιστημών της γλωσσολογίας, της εθνολογίας, της λεξικογραφίας, της εξελικτικής ψυχολογίας, της νευροβιολογίας, ή της εθολογίας, θα βρει στο βιβλίο του Αλεξάκη εύστοχες παρατηρήσεις, ευφυείς απορίες και ενδιαφέρουσες πληροφορίες δοσμένες με τρόπο άμεσο κι αποτελεσματικό. Αρκεί όμως αυτό για να φέρει ένα βιβλίο τον τίτλο του ‘μυθιστορήματος’;


 


Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

Λένα Διβάνη, Προφανώς η Πηνελόπη ήταν ηλίθια


Λένα Διβάνη, Προφανώς η Πηνελόπη ήταν ηλίθια και άλλες ελληνικές τραγωδίες (Μελάνι, 2011)

Το ΜΕΛΑΝΙ, με τις ιδιαίτερα προσεγμένες εκδόσεις του, είναι ευρέως γνωστό για την καλή σειρά ξένης πεζογραφίας. Στην ελληνική λογοτεχνία όμως παρουσιάζει έντονες διαφοροποιήσεις. Αφενός δημοσιεύει διηγήματα αξιώσεων από σοβαρούς λογοτέχνες (Γκανάς, Ευσταθιάδης, Στάμου κ.α.), και προσφέρει εκδοτικό βήμα σε νέες σημαντικές ποιητικές φωνές (Αντιόχου, Γαραντούδης, Ηλιοπούλου, κ.α.). Αφετέρου προβάλλει μέτριους συγγραφείς που παράγουν αμήχανες, ημιτελείς νουβέλες (Δέρβη), μελό παραβολές που όλο κάτι μας θυμίζουν αλλά δεν ξέρουμε τι (Γκαλινίκη), ή εύπεπτα καλοκαιρινά αναγνώσματα (Διβάνη, Νάσιουτζικ).

Στο αυτάκι του βιβλίου Προφανώς η Πηνελόπη ήταν ηλίθια αναφέρεται ότι στόχος της συλλογής διηγημάτων της Διβάνη είναι να μας κάνει να γελάσουμε. Δεν υπάρχει κάτι πιο θλιβερό από ένα βιβλίο που υπόσχεται πως θα μας διασκεδάσει, ενώ το περισσότερο που επιτυγχάνει είναι να αποσπάσει από τον αναγνώστη ένα βεβιασμένο χαμόγελο. Τα αστεία που εμπεριέχει μπορεί ίσως να λειτουργούσαν σε ένα άλλο ιστορικό πλαίσιο --αρκετές στιγμές αισθανόμουν ότι βρέθηκα εμπρός σε μια ξεχασμένη στοίβα από τεύχη του ΚΛΙΚ, και μάλιστα από την δεύτερη περίοδο, όταν πια οι ατάκες είχαν χιλιοειπωθεί, τα λογοπαίγνια είχαν φθαρεί, και η παράθεση των brand-names είχε πάψει να διεγείρει το ενδιαφέρον του κοινού.

Το χιούμορ βέβαια είναι μια ευαίσθητη όσο και υποκειμενική υπόθεση και για αυτό δεν αποκλείω κάτι που σε μένα φαίνεται ανιαρό, να προκαλεί έντονο γέλιο σε κάποιον άλλο. Υπάρχουν όμως δύο τουλάχιστον στοιχεία που, πέραν των ατομικών προτιμήσεων, νομίζω ότι είναι άκρως προβληματικά.

Συνηθίζεται οι συλλογές διηγημάτων να διέπονται από μία κοινή θεματική, έναν έστω ευρύ ‘κοινό λογοτεχνικό τόπο’, κάτι που στη συγκεκριμένη περίπτωση απουσιάζει. Το μόνο στοιχείο που μοιράζονται οι ιστορίες της Διβάνη είναι ότι έχουν ήδη δημοσιευθεί σε περιοδικά ποικίλης ύλης - γεγονός που επιτείνει στον αναγνώστη την αίσθηση ότι επιλογή των κειμένων που ανατυπώνονται στη συλλογή είναι τυχαία, ή έστω, ότι δεν υπόκειται σε λογοτεχνικά, θεματικά, ή αισθητικά κριτήρια.

Το δεύτερο είναι η αποτυχημένη μίξη λέξεων από διαφορετικούς γλωσσικούς κώδικες -ή για να το πω απλούστερα: ο γλωσσικός αχταρμάς. Η διαρκής χρήση ετερόκλητων λέξεων σε μία φράση, αντί να εντείνει την κωμικότητα της περιγραφόμενης κατάστασης, προκαλεί αναγνωστική αμηχανία, οδηγώντας σε ένα αφηγηματικά επίπεδο αποτέλεσμα. Σε πολλά σημεία η χρήση επιτηδευμένων όρων είναι λογοτεχνικά αδιάφορη, αλλά καταρχάς κατανοητή: είναι ας πούμε σαφές ότι με τη φράση «Η Μαρίνα συνέχισε να την πουσάρει για να περάσει», η συγγραφέας επιχειρεί να εντυπωσιάσει χρησιμοποιώντας έναν αγγλογενή νεολογισμό αντί ρημάτων της καθομιλουμένης, όπως το «σπρώχνω». Σε άλλα σημεία το πρόβλημα έγκειται στην παντελή έλλειψη συνάφειας. Χρησιμοποιεί, φερ’ ειπείν, το ρήμα «κογιονάρω» που στο κερκυραϊκό ιδίωμα σημαίνει εμπαίζω ή κοροϊδεύω. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η δράση εξελίσσεται στη Σαντορίνη, και κανείς από τους ήρωες δεν έχει σχέση με τα Επτάνησα.

Η νοοτροπία αρκετών εκδοτικών οίκων να γεμίζουν κάθε καλοκαίρι την αγορά με ‘ελαφρά’ ή ανιαρά βιβλία δεν ωφελεί ουσιαστικά κανέναν, απλά αναπαράγει την κατάσταση όπου οι περισσότεροι αναγνώστες διαβάζουν μέτρια λογοτεχνία, αφού αυτή ακριβώς είναι που σωρεύεται στους πάγκους των βιβλιοπωλείων τους θερινούς μήνες. Ο καλός εκδοτικός οίκος όμως σέβεται τους αναγνώστες του όλο το χρόνο -ακόμη και την περίοδο των διακοπών.