Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

Αλέξης Πανσέληνος, Σκοτεινές επιγραφές


Αλέξης Πανσέληνος, Σκοτεινές επιγραφές, Μεταίχμιο, 2011.

Το μυθιστόρημα του Αλέξη Πανσέληνου Σκοτεινές επιγραφές, είναι ένα βιβλίο για την μοναξιά της ύπαρξης, τα γηρατειά, τη φιλία, την απώλεια και τον τρόπο που λειτουργεί η μνήμη. Είναι ακόμα μια περιήγηση στην πόλη που μεγάλωσε και ζει ο πρωταγωνιστής, την Αθήνα. Οι γειτονιές της πόλης, που έχει κυρίαρχο ρόλο στην ιστορία μας, παρουσιάζονται χωρίς ωραιοποίηση, με λεπτομέρειες όμως που κάποιες στιγμές γίνονται κουραστικές.

Οι τρεις βασικοί ήρωες, Ο Γιάννης, ο Στάθης κι ο Πίπης, δεν έχουν τίποτα ηρωικό, είναι απλοί άνθρωποι στην τρίτη ηλικία, γεμάτοι αδυναμίες, ελαττώματα, ήττες, λάθη και πάθη. Είναι ενδιαφέρον και όχι τόσο συνηθισμένο, τουλάχιστον στην εγχώρια λογοτεχνία, ότι ο αναγνώστης παρακολουθεί την πορεία χαρακτήρων που έχουν περάσει τη μέση ηλικία και οι οποίοι δεν παρουσιάζονται με τους συνήθεις στερεοτυπικούς τρόπους που η σύγχρονη τέχνη τους επιφυλάσσει (ο γκρινιάρης ή ο σοφός ηλικιωμένος) αλλά με όλα τα ενδιαφέροντα, τις ορέξεις, τις εμμονές, και τις ερωτικές επιθυμίες που τους κατακλύζουν. Γύρω τους περιελίσσονται πολλοί σημαντικοί ή λιγότερο σημαντικοί και ενδιαφέροντες για την εξέλιξη της υπόθεσης χαρακτήρες που, ωστόσο πάντα πειστικά δοσμένοι, δημιουργούν μία πληθωρική αφήγηση.

Κεντρικό θέμα του μυθιστορήματος η μοναξιά του Γιάννη μετά το θάνατο της γυναίκας του --που δίνεται με τρυφερό αλλά απόλυτα ρεαλιστικό τρόπο, δίχως περιττούς μελοδραματισμούς--, ώσπου ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι ο συγγραφέας επιθυμεί να μιλήσει για την μοναξιά του ανθρώπινου είδους γενικότερα, την δυσκολία, ακόμα και αδυναμία επικοινωνίας με τους άλλους που ουσιαστικά διαρκεί από την αρχή ως το τέλος της ύπαρξης. Ο Γιάννης είναι μόνος τώρα, αλλά υπήρξε μόνος κι απροσπέλαστος ακόμα και όταν συμβίωνε με την σύντροφό του.

Η υπόθεση μυστηρίου που εκτυλίσσεται παράλληλα και που, μάλλον προβλέψιμα, προς το τέλος του βιβλίου γίνεται θρίλερ, έχει ενδιαφέρον κυρίως επειδή συνδέει αριστοτεχνικά πολλά, άσχετα εκ πρώτης όψεως γεγονότα και πρόσωπα μεταξύ τους σε ένα ατελείωτο γαϊτανάκι αλληλοεμπλεκόμενων ιστοριών κι επεισοδίων. Σε αντίθεση με την αρχική εντύπωση ότι όλα στη ζωή συμβαίνουν δίχως ιδιαίτερο λόγο, όσο προχωρά η εξιστόρηση φαίνεται πως τίποτα τελικά δεν είναι τυχαίο, ή ασύνδετο με τον χαρακτήρα, τις προσωπικές επιλογές, και την στάση ζωής μας -ούτε ο ίδιος μας ο θάνατος.

Ένα βιβλίο καλογραμμένο, από κάποιον που γνωρίζει άριστα τους ήρωές του και τους αποδίδει με εξαιρετική ενάργεια, οι Σκοτεινές επιγραφές θα ήταν πιστεύω από τα κορυφαία μυθιστορήματα της πρόσφατης παραγωγής αν η πληθωρικότητα των επιμέρους ιστοριών δεν οδηγούσε εντέλει στην απώλεια της σαφούς εστίασης που ο συγγραφέας θα μπορούσε να διασφαλίσει μέσω μιας βραχύτερης αφήγησης, δομημένης γύρω από τους εξαιρετικά ενδιαφέροντες κεντρικούς χαρακτήρες.

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Ζυράννα Ζατέλη, Ηδονή στον κρόταφο


Ζυράννα Ζατέλη, Ηδονή στον κρόταφο, Καστανιώτης, 2011


Η Ζυράννα Ζατέλη δεν χρειάζεται συστάσεις. Τα βιβλία της όμως;

Η απόσταση που χωρίζει την Περσινή αρραβωνιαστικιά από την Ηδονή στον κρόταφο είναι πλέον μεγάλη - και όχι μόνο χρονικά. Θυμάμαι πως, αρκετά χρόνια μετά το εξαιρετικό Και με το φως του λύκου επανέρχονται, η χαρά με την οποία είδα στο βιβλιοπωλείο La Hune τη γαλλική έκδοση του ιδιότυπου βιβλίου Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους Ι, έδωσε σύντομα τη θέση της στην απογοήτευση. Το πρωτότυπο στην σύλληψή του και καλογραμμένο -αν και σε κάποια σημεία γλωσσικά επιτηδευμένο- κείμενο της Ζατέλη, με κούρασε με την μονοθεματικότητά του, και την αδυναμία εξέλιξης της πλοκής η οποία περιελίσσεται στον εαυτό της.

Μου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι πρόκειται για δημιουργό που αντιμετωπίζει τη λογοτεχνία ως ιδιωτική υπόθεση, η οποία δεν απευθύνεται στον αναγνώστη, αλλά αποτελεί εσωτερική άσκηση με αποδέκτη την ίδια κι ίσως τον ψυχαναλυτή της. Για μεγάλο διάστημα δεν αιστάνθηκα την επιθυμία να διαβάσω κάποιο από τα έργα της.

Η πρόσφατη δημοσίευση της συλλογής σύντομων κειμένων ήταν μια καλή αφορμή για να επιστρέψω στη δουλειά της Ζατέλη, ελπίζοντας ότι η αδιαμφισβήτητη εκφραστική της δεξιότητα, θα έβρισκε το απαραίτητο μέτρο στην οικονομία της μικρής φόρμας. Διαπίστωσα ότι παρά την φαινομενική ποικιλία τους, τα κείμενα που συνθέτουν την Ηδονή στον κρόταφο έχουν ως θέμα τους την ίδια την συγγραφέα: την καθημερινότητα, τις προτιμήσεις, τις έξεις, και κάποια γεγονότα από το παρελθόν της. Η εαυτο-αναφορικότητα ενός κειμένου δεν είναι απαραίτητα κάτι αρνητικό - αν γίνεται με τρόπο που να κινεί τα αισθήματα και το νου του αναγνώστη, αν δίνει έρεισμα σε σκέψεις πρωτότυπες ή που ξεφεύγουν από την πεπατημένη, αν, τέλος πάντων, έχει κάτι ουσιαστικό να επικοινωνήσει σε όποιον τα διαβάζει.

Χωρίς αμφιβολία, το να μιλάει κάποιος με ειλικρίνεια για τη ζωή του, μπορεί να είναι σημαντικό. Ωστόσο, αυτό που προσδίδει λογοτεχνική αξία σε αυτό το τόσο ιδιαίτερο και απαιτητικό θέμα, είναι ο τρόπος με τον οποίο το χειρίζεται συγγραφικά.

Σε αυτό το βιβλίο, οι αναγνώστες καλούνται να επιδείξουν ενδιαφέρον για διάφορα συμβάντα που αντλούν την όποια σημασία τους μόνο από το γεγονός ότι αφορούν την συγγραφέα. Αν είστε πιστός οπαδός της Ζατέλη, όχι χάρη στο λογοτεχνικό της έργο, αλλά λόγω της προσωπικότητας- ή της περσόνας που έχει επινοήσει-, τότε σε αυτό το βιβλίο θα βρείτε πολλές λεπτομέρειες για διάφορα περιστατικά, που ως ένα βαθμό θα ικανοποιήσουν την περιέργειά σας, δίχως να καταλυθεί ο μύθος της Ζυράννας. Αν όμως εκτιμάτε την Ζατέλη για τη λογοτεχνική της ικανότητα τότε είναι νομίζω ελάχιστα όσα θα σας συγκινήσουν σε τούτο το εγω-κεντρικό και μάλλον αβαθές βιβλίο.

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

Σώτη Τριανταφύλλου, για την αγάπη της γεωμετρίας


Σώτη Τριανταφύλλου, για την αγάπη της γεωμετρίας, Πατάκης 2011.

Είναι ενδιαφέρον πώς κάποιες φορές η αντίληψη του αναγνώστη για ό,τι διάβασε βρίσκεται σε σαφή διάσταση με την ερμηνεία που ο συγγραφέας δίνει στο έργο του. Είτε πρόκειται για τον πυρήνα της υπόθεσης, είτε για τα κίνητρα που καθορίζουν τις πράξεις των ηρώων, οι δηλώσεις του συγγραφέα μπορεί να μην συνάδουν με τα όσα παρουσιάζονται στις σελίδες του βιβλίου του, τουλάχιστον όπως αυτά εμφανίζονται από την σκοπιά του αναγνώστη.

Στον Επίλογο του βιβλίου η Τριανταφύλλου επιχειρεί να δώσει το κλειδί ερμηνείας του κειμένου της, δηλώνοντας ότι πρόκειται για την ιστορία μιας κοπέλας ερωτευμένης με την επιστήμη. Εκείνο που διάβασα εγώ όμως ήταν μια ιστορία αμοιβαίου μίσους του πατέρα προς της κόρη, της κόρης προς τη μάνα -η οποία μισεί επίσης τον εαυτό της-, των κομμουνιστών προς τους δεξιούς και το αντίστροφο, αλλά, ακόμη εντονότερα, αντίπαλων κομμουνιστικών φατριών μεταξύ τους, της ηρωίδας Ανατολής προς τον άντρα της τον Μιχάλη και βεβαίως του Μιχάλη προς την Ανατολή. Πυρήνας του έργου, κατ’ εμέ, δεν είναι, όπως δηλώνεται στον Επίλογο, «μια ερωτική ιστορία που τώρα έχει τελειώσει», αλλά κάτι πολύ διαφορετικό -και νομίζω πολύ πιο ενδιαφέρον: η ιστορία κακοποίησης μιας κοπέλας από αυτόν που τυπικά οφείλει να την προστατεύει -αρχικά τον πατέρα, και κατόπιν τον σύζυγό της. Η κακοποίηση αυτή δεν παρουσιάζεται σαν κάτι εξωπραγματικό δοσμένο με υπερβολές που θα άμβλυναν την σημασία της, αλλά ως μέρος της καθημερινότητας των χαρακτήρων - κι αυτό είναι που κάνει ακόμη πιο τραγική και αδιέξοδη τη θέση της ηρωίδας.

Η Ανατολή, κεντρική ηρωίδα της ιστορίας, εμφανίζεται ως μία πολλά υποσχόμενη, χαρισματική κοπέλα, ίσως γιατί η συγγραφέας θέλει να την συστήσει σαν μία δυναμική παρουσία, με ανεξάρτητη, ώριμη σκέψη, που δεν διστάζει να έρθει σε αντιπαράθεση με την πατρική εξουσία. Στο τέλος του βιβλίου, όμως, -και σε αντίθεση ίσως με τις προθέσεις της συγγραφέως- η μεσήλικη πια Ανατολή προκαλεί τον οίκτο του αναγνώστη με την ανικανότητά της να φροντίσει τον ίδιο της τον εαυτό και να συνδεθεί συναισθηματικά με τους άλλους. Καθηλωμένη για πάντα στην περίοδο της εφηβείας -με τα βιβλία και τους δίσκους που της κρατούσαν συντροφιά ενώ μεγάλωνε στο πατρικό της σπίτι- κι αποφασισμένη να μην κάνει μόνιμες σχέσεις ή οικογένεια, όχι ως μέρος μιας συνειδητής στάσης ζωής, αλλά προφανώς ως αποτέλεσμα της κακοποίησης που έχει υποστεί, καταλήγει μία μορφή που απωθεί και θλίβει τον αναγνώστη.

Όσον αφορά την τεχνική του μυθιστορήματος, απορία μου προκάλεσε η παρουσία δύο αφηγηματικών φωνών --της Ανατολής (σε πρώτο πρόσωπο) και της συγγραφέως (σε τρίτο πρόσωπο)-- εφόσον και οι δύο έχουν την ίδια οπτική για τα γεγονότα, χωρίς καμία διάσταση μεταξύ τους, κι εφόσον βλέπουν τους λοιπούς χαρακτήρες και την εξέλιξη της ιστορίας με τον ίδιο απαρέγκλιτο τρόπο. Προσπαθεί άραγε η συγγραφέας να δείξει ότι ταυτίζεται με την ηρωίδα, ή απλώς αποτυγχάνει να ενεργοποιήσει μια ενδιαφέρουσα αφηγηματική στρατηγική;

Η γλώσσα του βιβλίου, αν και γενικά σύγχρονη και λειτουργική, ενέχει φράσεις οι οποίες ηχούν παράταιρες, μάλλον επειδή αποτελούν μηχανικές μεταφορές ξενόγλωσσων εκφράσεων. Και φυσικά δεν αναφέρομαι στα ίδια τα παραδείγματα που η συγγραφέας δίνει ως μέρος της πλοκής, αλλά σε τριτοπρόσωπες εκφράσεις οι οποίες απλά υποδηλώνουν ανεπεξέργαστο το αγγλικό τους αντίστοιχο, όπως «ήταν εκείνο το είδος του αντρικού χαρακτήρα» και «είχε ένα είδος υπευθυνότητας» (σελ. 189) -μεταφέροντας προφανώς την καθομιλουμένη έκφραση της αγγλικής «it was the kind of...». «ο Μιχάλης φορούσε τις πεποιθήσεις του σαν φτερό στο καπέλο του» (σελ. 190) «... like a feather in his hat.»

Τέλος, η σωρεία περιγραφών μάλλον ασήμαντων λεπτομερειών, καθώς και οι πολυάριθμες αναφορές σε δίσκους, ονόματα συγκροτημάτων, και τίτλους βιβλίων, εντείνουν (για μένα) την αναγνωστική κόπωση. Να τονίσω ωστόσο ότι ο χαρακτήρας της Ανατολής είναι πειστικά δοσμένος κι ολοκληρωμένος, αποτελώντας το δυνατό στοιχείο του βιβλίου.

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Εύα Στάμου, Εθισμός


Εύα Στάμου, Εθισμός, Εκδόσεις Μελάνι 2011


Ο εθισμός στη λογοτεχνία δεν χρειάζεται αντίδοτο, αλλά ισχυρή δόση από καλά βιβλία όπως το μυθιστόρημα της Εύας Στάμου.

Με κάθε νέο βιβλίο της η Στάμου δοκιμάζει διαφορετικές εκδοχές της αφηγηματικής λειτουργίας, διατηρώντας ορισμένες λογοτεχνικές σταθερές: την πυκνότητα των ψυχικών διεργασιών που εκτυλίσσονται στην κάθε σελίδα, την ακρίβεια της έκφρασης, τη σοβαρή, ενίοτε δεικτική, μα ουδέποτε σοβαροφανή αποτύπωση του σωματικού βιώματος, και -όπως έχει παρατηρηθεί από άλλους κριτικούς- την στοχαστικότητα με την οποία χειρίζεται τα θέματά της.

Ο Εθισμός είναι ένα μυθιστόρημα γραμμένο από συγγραφέα που πλάθει γεγονότα με εξαιρετική άνεση, φωτίζοντας το κάθε στιγμιότυπο από διαφορετικές κι απροσδόκητες γωνίες, αποδίδοντας εύστοχα τις αλλεπάλληλες ανατροπές στη ζωή ατόμων που οι υποτιθέμενα ριζοσπαστικές επιλογές τους οδηγούν με ακρίβεια στο να μην αλλάζει τίποτα.

Το μυθιστόρημα εστιάζει στο σημείο συνάντησης δύο αλληλο(δια)πλεκόμενων πεδίων: τον κόσμο των εκδόσεων και του θεάτρου. Μυθιστορήματα για χώρους όπου κινούνται οι συγγραφείς δεν είναι σπάνια -αυτό που είναι σπάνιο, και ξεχωρίζει τον Εθισμό από ανάλογες απόπειρες, είναι ότι ο λόγος του δεν είναι καταγγελτικός αλλά διεισδυτικός, αναδεικνύοντας το σκεπτικό, τις εμμονές και τις προσδοκίες που κινητοποιούν τους χαρακτήρες του βιβλίου.

Τρία σημεία βρήκα πολύ ενδιαφέροντα. Το πρώτο είναι πως -σε αντίθεση με αρκετά βιβλία παρόμοιας θεματικής που αναλώνονται σε μια ισοπεδωτική γελοιοποίηση των πάντων- η ειρωνεία στον Εθισμό δεν είναι πρόδηλη και κακεντρεχής αλλά ευφυής και δηκτική, εξυπηρετώντας αρχικά το λογοτεχνικό χτίσιμο των χαρακτήρων και κατόπιν την εσωτερική τους υπονόμευση.

Το δεύτερο, είναι ο τρόπος που η Στάμου χειρίζεται την πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Ένας λιγότερο καλός συγγραφέας, προκειμένου να μας πείσει ότι σε κάθε κεφάλαιο μιλά ένας άλλος ήρωας, θα κατέφευγε ανά περίπτωση σε διαφορετικά κλισέ, δίνοντας στον έναν φτιαχτό λεξιλόγιο από όρους του συρμού, στον άλλο ομιλητή ύφος λογιοτατισμού, στον τρίτο μια παρωχημένη λαϊκή φρασεολογία, και πάει λέγοντας. Τίποτα από αυτά τα ενοχλητικά και επίπλαστα δεν συνάντησα στον Εθισμό. Η Στάμου έχει καλό «αυτί»: αποδίδει στον κάθε ήρωα και στην κάθε ηρωίδα τη δική τους φωνή, αναδεικνύοντας λογοτεχνικά την ετερότητα του κάθε προσώπου. Ακόμα και ο ήρωας που εμφανίζει κάποια στιγμή έντονη ψυχική διαταραχή, παρουσιάζεται με τρόπο που, αντί να δαιμονοποιεί, κάνει κατανοητή την εσωτερική του -διαστρεβλωμένη- «λογική».

Τρίτον: το σεξ, όπου εμφανίζεται, δεν είναι ένα τρικ για να προκαλέσει την άμεση ικανοποίηση της περιέργειας, ή να διασφαλίσει το επιφανειακό ενδιαφέρον του αναγνώστη, αλλά ο άξονας γύρω από τον οποίο στρέφεται η σχέση τού κάθε μυθιστορηματικού χαρακτήρα με τον εαυτό του. Οι περιγραφές καθεαυτό ερωτικών σκηνών είναι ευθείς και ακριβείς -όμως η λειτουργία της επαφής που το κάθε άτομο έχει με το σώμα του αποδεικνύεται καταλυτική για την εξέλιξη της πλοκής.

Δύο στοιχεία μου προκάλεσαν απορία. Το πρώτο είναι ότι το μυθιστόρημα δεν έχει «καλούς ήρωες». Κανένα από τα πρόσωπα του βιβλίου δεν είναι εντελώς ανίδεο ή άμοιρο ευθυνών για τα όσα διαδραματίζονται στο περιβάλλον του -αν διαφέρουν σε κάτι είναι ο βαθμός συνειδητοποίησης των λόγων που κινούν την ιστορία, αλλά και το κατά πόσο είναι έτοιμα να αντιμετωπίσουν χρόνιες αυταπάτες τους. Αφενός αυτό κάνει τους χαρακτήρες του βιβλίου απόλυτα πειστικούς (και ανησυχητικά οικείους). Αφετέρου, δεν προσφέρει στον αναγνώστη την δίοδο ταύτισης με τον «καλό», «αθώο» ή «παρεξηγημένο» ήρωα που χρησιμοποιείται κατά κόρον από σύγχρονους μυθιστοριογράφους -- πιθανόν όμως η συγγραφέας να αποφεύγει συνειδητά τούτη την πεπατημένη οδό. Οι έμπειροι αναγνώστες μπορεί να το βρουν αυτό θετικό - αρκετούς όμως ίσως και να τους ξενίσει.

Το έτερο στοιχείο που με έκανε, για λίγο, να ανησυχήσω προσωπικά είναι ότι στο μυθιστόρημα διαβάζουμε για διάφορους χαρακτήρες από το χώρο του βιβλίου, πλην των... βιβλιοκριτικών. Σκέφτηκα όμως ότι η απουσία αυτή μπορεί να αιτιολογείται σε ένα βιβλίο με τίτλο Εθισμός : είναι γνωστόν τοις πάσι ότι συγγραφείς και βιβλιοκριτικοί, ως αμιγώς πνευματικά όντα, ουδεμία σχέση έχουν με επιβλαβείς συνήθειες!

Το βέβαιο πάντως είναι ότι είχα καιρό να κλείσω ένα μυθιστόρημα νιώθοντας τόσο αισιόδοξος για τις προοπτικές της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας.

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2011

Έρση Σωτηροπούλου, Να νιώθεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα


Έρση Σωτηροπούλου, Να νιώθεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα, Πατάκης, 2011.

Το καλαίσθητο εξώφυλλο της νέας συλλογής διηγημάτων της Σωτηροπούλου προδιαθέτει θετικά τον αναγνώστη. Τα διηγήματα ωστόσο ποικίλουν αρκετά ως προς τη λογοτεχνική τους αξία. Η πλέον άρτια και ικανής έκτασης ιστορία του βιβλίου είναι η «Κυριακή θεού στο Άμστερνταμ», όπου οι ήρωες ζωντανεύουν μέσω μιας καλοδουλεμένης, πειστικά ολοκληρωμένης πλοκής, καθώς τα γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο με φυσικό ρυθμό οδηγώντας το διήγημα σε ένα επιτυχημένο τέλος.

Δεν ισχύει όμως το ίδιο για όλες τις ιστορίες, ακόμα και για αυτές όπου η κεντρική ηρωίδα χάρη στα ιδιαίτερα γνωρίσματά της κινεί προς στιγμήν το έντονο ενδιαφέρον του αναγνώστη («Μάτια μέσα στη νύχτα»). Ένα διήγημα ενέχει ευφυή ανατροπή («Ακόμη και στον παράδεισο κάποιος μπλοφάρει»), ενώ στα περισσότερα απουσιάζει όχι μόνο η κορύφωση, αλλά και οι μικρές έστω εξωτερικές ή εσωτερικές ανατροπές που είναι απαραίτητες στην μικρή φόρμα.

Αν και όλες σχεδόν οι ιστορίες περιλαμβάνουν παραγράφους που ξεχωρίζουν λόγω της ικανότητας της συγγραφέως να κατευθύνει την προσοχή μας σε άδηλες αλλά εξαιρετικά σημαίνουσες λεπτομέρειες της ανθρώπινης φύσης, συνήθως το αφηγηματικό αποτέλεσμα ακυρώνεται, είτε από την αδυναμία ολοκλήρωσης που αφήνει τον αναγνώστη μετέωρο («Λοιπόν, σας αρέσει η λογοτεχνία;») είτε από ένα όχι δύσκολα προβλέψιμο τέλος («Στο φωτεινό δωμάτιο»).

Δεν γνωρίζω αν είναι εσωτερική ανάγκη ή εξωγενείς πιέσεις που ωθούν καταξιωμένους συγγραφείς να δίνουν προς δημοσίευση κείμενα που δεν συνθέτουν απαραίτητα ένα ολοκληρωμένο βιβλίο. Η απορία αυτή εγείρεται κυρίως όταν διαβάζω συλλογές διηγημάτων, κάποια από τα οποία ίσως έπρεπε να μείνουν στο συρτάρι του συγγραφέα, ή να έχουν αναπτυχθεί περισσότερο, ώστε να μην μοιάζουν με προσχέδια πολλά υποσχόμενων κειμένων.

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Περιπολών περί πολλών τυρβάζω


Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Περιπολών περί πολλών τυρβάζω (Πατάκης, 2011)

Ο Σκαμπαρδώνης είναι εξαιρετικός αφηγητής περιστατικών, τα οποία, αρκετές φορές, συνθέτουν άρτια διηγήματα. Το συγγραφικό του βλέμμα διαπερνά τον κόσμο των αισθήσεων και της φαντασίας, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερο αφηγηματικό σύμπαν όπου μικρές λεπτομέρειες εκτινάσσουν προς διάφορες κατευθύνσεις την πλοκή των γεγονότων.

Αν και τα διηγήματα είναι αυτοτελή, το βιβλίο πάλλεται από κοινά αφηγηματικά ρεύματα, είτε λόγω της χωρικής ταυτότητας -καθόσον οι περισσότερες ιστορίες εκτυλίσσονται εις, ή περί, την Θεσσαλονίκη- είτε λόγω της χρονικής συνέχειας -όπου οι συχνές μεταβάσεις μεταξύ παιδικής, εφηβικής και ώριμης ηλικίας, υφαίνουν τον θυμικό βίο των ηρώων.

Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι όλα τα διηγήματα εξίσου λειτουργικά. Στα καλύτερα, η διήγηση απορροφά τον αναγνώστη, οδηγώντας τον -δίχως κι ο ίδιος να καταλαβαίνει πώς- σε ένα σημείο θέασης απ’ όπου η μαγεία που εμπεριέχουν τα πλέον απλά, καθημερινά πράγματα, εμφανίζεται με ζηλευτή πειστικότητα (όπως στο εξαιρετικό «Συνταγή λουκουμιών»).

Σε κάποια άλλα, ένα περιστατικό που εμφανίζεται σε πρώτο πλάνο ολοκληρώνεται έξοχα ως τη μέση περίπου του διηγήματος, αφήνοντας στις επόμενες σελίδες τον αναγνώστη κάπως μετέωρο ως την διατύπωση του, μάλλον αναμενόμενου, τέλους (βλ. «Έργο τέχνης»).

Ορισμένα, τέλος, μοιάζουν να υπολείπονται απώτερου νοήματος, πέραν της άσκησης της περιγραφικής δεξιότητας του συγγραφέα - όπως με το «Δυο κιλά ζαβογαρίδες», στο οποίο ο αναγνώστης προσκαλείται σε μια πανδαισία οπτικών, οσφρητικών, κι ηχητικών εντυπώσεων, όπου τα όσα δραματικά ή κωμικά τεκταίνονται στη κάθε σελίδα διαμορφώνουν μια επίπεδη, δίχως συναισθηματικές κορυφώσεις, ιστορία.

Μια συλλογή είκοσι έξι διηγημάτων από την πένα του Σκαμπαρδώνη, είναι απίθανο να μην περιέχει κείμενα που θα ικανοποιήσουν τους οπαδούς της μικρής φόρμας: ακόμη κι αν δεν βρουν και τις είκοσι έξι ιστορίες του γούστου τους, είναι αδύνατο να μην θαυμάσουν την μαεστρία του συγγραφέα.

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

Νίκος Παναγιωτόπουλος, Τα παιδιά του Κάιν


Νίκος Παναγιωτόπουλος, Τα παιδιά του Κάιν, Μεταίχμιο, 2011.


Περίμενα το νέο βιβλίο του Νίκου Παναγιωτόπουλου με μεγάλο ενδιαφέρον. Το αναζήτησα αρχικά στο κεντρικό βιβλιοπωλείο του Ελευθερουδάκη, όπου αρκετές ημέρες μετά την κυκλοφορία του μου είπαν ότι δεν το είχαν φέρει ακόμη. Στάθηκα τυχερός σε ένα συνοικιακό βιβλιοπωλείο των βορείων προαστίων, αφού χρειάστηκε να σηκώσω με τη βοήθεια του υπάλληλου μία ντάνα με ‘Δημουλίδου’, ώστε να ανασύρω Τα παιδιά του Κάιν κι ένα βιβλίο της Σωτηροπούλου.

Άρχισα να διαβάζω το βιβλίο σ’ ένα διπλανό cafe, ρουφώντας τα πρώτα κεφάλαια, τόσο για την ποιότητα της γραφής τους, όσο και για την ιστορία που το βιβλίο υπόσχεται ότι θα ξεδιπλώσει. Η περιγραφή των γεγονότων καλύπτει τρεις δεκαετίες, στην διάρκεια των οποίων θα ανατραπούν δεδομένα, όχι μόνο λόγω εξωτερικών περιστάσεων ή κοινωνικό-πολιτικών αλλαγών, αλλά κυρίως λόγω του διαφορετικού τρόπου που βιώνουν οι ήρωες το πέρασμα του χρόνου. Αρκετές στιγμές μου ερχόταν στο νου το οικείο ρεφραίν του Βάρναλη «...Αχ, πού σαι, νιότη, που δειχνες πως θα γινόμουν άλλος!». Είναι νομίζω χαρακτηριστικό σημερινών πενηντάρηδων να νιώθουν μια ιδιαίτερη απογοήτευση για τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία -όχι απαραίτητα επειδή όλα για όλους είναι τόσο άσχημα, αλλά διότι οι προσδοκίες και τα όνειρα εκείνης της γενιάς δύσκολα θα μπορούσαν να βρουν μια ευτυχή πραγμάτωση μόλις έρχονταν σε επαφή με την καθημερινότητα.

Ο Παναγιωτόπουλος μας δίνει ένα κείμενο συνειδητά αυτο-αναφορικό, καθόσον πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που αφηγείται, μεταξύ άλλων, τον τρόπο που γράφεται, αποκαλύπτοντας (ως ένα βαθμό), το παιχνίδι του συγγραφέα με τον αναγνώστη. Υιοθετεί μάλιστα μια τεχνική σεναρίου ώστε να δημιουργήσει και να διατηρήσει το αναγνωστικό ενδιαφέρον: την τεχνική αυτή όμως ο συγγραφέας δεν την εφαρμόζει μηχανικά, αλλά επιχειρεί να την υπονομεύσει εκ των έσω, αναβάλλοντας την επίλυση εντάσεων, και τη λύση των μικρών ή μεγάλων μυστηρίων. Εντούτοις, ο συγκεκριμένος τρόπος που χειρίζεται αυτή την τεχνική ο Παναγιωτόπουλος με άφησε ανικανοποίητο - όχι γιατί δεν δίνει οριστική απάντηση στο αφηγηματικό ερώτημα που τίθεται στο πρώτο κεφάλαιο, αλλά γιατί στην προσπάθειά του να επιτείνει την αγωνία ξεπερνά το όριο αντοχής του αναγνώστη, ο οποίος προς το τέλος του βιβλίου αρχίζει και αδιαφορεί για τα βαθύτερα κίνητρα και την τύχη των ηρώων.

Η γλώσσα, οι λεπτομερείς περιγραφές των χώρων και των κινήσεων των ηρώων, και οι εύστοχες κοινωνιολογικές παρατηρήσεις είναι οπωσδήποτε στα συν του βιβλίου-- αν και, κατά τη γνώμη μου, οι παρατηρήσεις αυτές μπορεί να λειτουργούσαν πιο αποτελεσματικά αν διαχέονταν στο κείμενο, αντί να δίνονται σε κλειστές και ενίοτε μακροσκελείς παραγράφους που ανακόπτουν τη ροή της ιστορίας. Οι ζωντανές εικόνες παρασύρουν τον αναγνώστη, ο οποίος δύσκολα θα αφήσει το βιβλίο παρά το μέγεθος και την -σε κάποια κεφάλαια- μακρηγορία του συγγραφέα. Η σύλληψη και η παρουσίαση της ιστορίας είναι πολύ ενδιαφέρουσα - αλλά ο συγγραφέας ανοίγει πολύ το εύρος του φακού, ξεχνώντας να ζουμάρει στα ιδιαίτερα στοιχεία που θα έδιναν μεγαλύτερο βάθος στον κάθε χαρακτήρα. Σε κάποιες περιπτώσεις βασικά στοιχεία για τους ήρωες δίνονται πολύ αργά στην εξέλιξη της ιστορίας επιτείνοντας την αίσθηση ότι η ανάγκες της πλοκής φτιάχνουν τον εκάστοτε χαρακτήρα, ο οποίος μοιάζει ως εάν να μην υφίσταται έξω από την ιστορία.

Παρά τις όποιες ενστάσεις σε επιμέρους σημεία, πιστεύω ότι Τα παιδιά του Κάιν είναι ένα έργο το οποίο θα προσφέρει αναγνωστική απόλαυση σε κάθε λάτρη της σοβαρής λογοτεχνίας - και για το οποίο αξίζει να παραμερίσουμε τις ντάνες της ευπώλητης παραλογοτεχνίας.