Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

Βαγγέλης Ραπτόπουλος: λεσβία




Βαγγέλης Ραπτόπουλος, λεσβία (Κέδρος)

Καθώς διάβαζα το νέο βιβλίο του Βαγγέλη Ραπτόπουλου αναρωτήθηκα τι τον ώθησε να τοποθετήσει την ιστορία του στην δεκαετία του '90. Πρόκειται για έκφραση συγγραφικής νοσταλγίας; Οφείλεται άραγε στο ότι οι γνώσεις του για τις σχέσεις μεταξύ γυναικών πηγάζει από την περίοδο της νεότητάς του; Ή μήπως απευθύνεται στο κοινό των πενηντάρηδων αναγνωστών που τον ακολουθεί πιστά, και που μπορεί, ακόμη και στην εποχή μας, να βρίσκει το θέμα ερεθιστικό;

Όποια κι αν είναι η απάντηση, γεγονός παραμένει ότι είναι σημαντικό να έχουμε στα χέρια μας ένα σύγχρονο βιβλίο που μάς μιλά για τον λεσβιακό έρωτα -- ένα αντικείμενο που παραμένει ασυνήθιστο στην ελληνική πεζογραφία.

Σύμφωνα με το μυθιστόρημα, φαίνεται ότι οι γυναίκες με λεσβιακές εμπειρίες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: σε αυτές που έτσι γεννήθηκαν, και σε εκείνες που κάποια τραυματική εμπειρία τις οδηγεί να κάνουν ομόφυλες σχέσεις για μικρό ή μεγαλύτερο διάστημα. Η Μελίνα ανήκει μάλλον στην δεύτερη κατηγορία αφού, αν και έχει εκδηλώσει την ερωτική της περιέργεια για την συμφοιτήτριά της, αποφασίζει να συνάψει μαζί της σχέση μετά από έναν βιασμό.

Η ιστορία παρακολουθεί για κάποια κεφάλαια τον βιαστή, καθώς εξομολογείται σκηνές από την καθημερινότητά του σε ένα ψυχίατρο. Η έκταση που καταλαμβάνει αυτή η εξομολόγηση δεν είναι μεγάλη, αποτελεί όμως μακράν το καλύτερο τμήμα του βιβλίου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει επίσης ο τρόπος που περιγράφεται η σκηνή του βιασμού από τις ενάντιες οπτικές του θύματος και του θύτη.

Ακολουθούν λεπτομερείς περιγραφές των ερωτικών περιπτύξεων ανάμεσα στις δύο γυναίκες, με τρόπο μάλλον επιφανειακό, και μια ηδονοθηρική ματιά. Οι περισσότερες αφηγήσεις έχουν χαρακτήρα διεκπεραιωτικό καθώς στερούνται συναισθηματικού βάθους ή αισθησιακής έντασης, με αποτέλεσμα να μην εγείρουν - τουλάχιστον σε μένα - το αναγνωστικό ενδιαφέρον.

Ο συγγραφέας μιλάει μερικές φορές για το «κυρίως πιάτο» καθώς περιγράφει τις ερωτικές περιπτύξεις των ηρωίδων, αναπαράγοντας ένα ακόμη στερεότυπο για τον λεσβιακό έρωτα, καθώς δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι οι λεσβίες έχουν την ίδια αντίληψη για τα «προκαταρκτικά» και το σεξ που έχουν οι ετεροφυλόφιλοι άντρες της γενιάς μας. Επίσης δεν είμαι σίγουρος αν λέξεις όπως «φασώνομαι» τις χρησιμοποιούσαν οι νέοι της δεκαετίας του '90.


Η επανάληψη παραγράφων που προφανώς ο συγγραφέας θεωρεί σημαντικές, κάποιες φορές λειτουργεί αφυπνιστικά για τον αναγνώστη, και κάποιες άλλες απλώς κουράζει. Οι χαρακτήρες, χωρίς να είναι ψεύτικοι, είναι μονοδιάστατοι. Όπως ήδη ανέφερα, είναι σίγουρα αξιέπαινο ότι ο συγγραφέας εστιάζει σε μια θεματική που συναντάται σπάνια στην ελληνική λογοτεχνία, ωστόσο ο τρόπος που προσεγγίζει την ψυχολογία των ηρωίδων δεν είναι ιδιαίτερα βαθύς. Το συνολικό αποτέλεσμα θυμίζει μάλλον μετεφηβικό ανάγνωσμα.

Κυριακή 6 Ιουλίου 2014

Αργυρώ Μαντόγλου: Λευκή Ρεβάνς



Αργυρώ Μαντόγλου, Λευκή Ρεβάνς (Ψυχογιός)


Η Αργυρώ Μαντόγλου δεν είναι η μόνη Ελληνίδα συγγραφέας που ζήλεψε τη δόξα της Π. Ντ. Τζέιμς, ή της Ρουθ Ρέντελ. Τα τελευταία χρόνια έχουμε γίνει μάρτυρες και άλλων προσπαθειών να εδραιωθεί και στη χώρα μας το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα στα πρότυπα του αγγλοσαξωνικού γένους, δυστυχώς με μικρή -λογοτεχνική- επιτυχία. 

Το πρόβλημα είναι ότι ακόμα κι όταν η γλώσσα είναι προσεγμένη, τα περισσότερα από αυτά τα βιβλία δεν έχουν την σφικτή δομή που είναι απαραίτητη για την διασφάλιση της επιτυχίας ενός αστυνομικού μυθιστορήματος. Επιπλέον βασίζονται σε συνταγές, συχνά αδέξια προσαρμοσμένες στην ελληνική πραγματικότητα. 

Η Λευκή Ρεβάνς της Μαντόγλου δεν αποτελεί εξαίρεση. Η ιστορία του βιβλίου στηρίζεται σε ένα ποτ πουρί θεμάτων που τις τελευταίες δεκαετίες έχουν εισχωρήσει από τις κοινωνικές επιστήμες στην ποπ κουλτούρα των αγγλοσαξωνικών χωρών: ο φεμινισμός κι η γυναικεία χειραφέτηση, ο ανταγωνισμός των φύλων, οι ακραίοι πειραματισμοί της πλαστικής χειρουργικής και μία σειρά από άλλα “must” του είδους: ο πανέμορφος δολοφόνος της ιστορίας που χρησιμοποιεί τη γοητεία του για να προσελκύσει τα θύματά του - γνωστό κινηματογραφικό μοτίβο -, η απελπισία της όμορφης ηρωίδας που γερνάει, η γυναικεία αλληλεγγύη που συμβάλει στη λύση στο τέλος του μυθιστορήματος. 

Το βιβλίο παρέχει αρκετές εξηγήσεις για τα όσα συμβαίνουν, δίχως όμως να φωτίζονται τα κίνητρα των ηρώων με τρόπο που να αναδεικνύεται πώς οι πράξεις τους αποτελούν φυσικό επακόλουθο του χαρακτήρα τους - όπως θα συνέβαινε, λόγου χάριν, με ένα αστυνομικό της Ρέντελ.


Παρόλο που το βιβλίο έχει ενδιαφέρουσες στιγμές, και η γραφή του είναι καλά δουλεμένη, οι μακρόσυρτες περιγραφές, κι η απουσία γνησιότητας που δημιουργεί την εντύπωση ότι κάπου τα έχουμε ήδη διαβάσει ή δει όλα αυτά, κάνει την αφήγηση κουραστική, ακυρώνοντας το σασπένς, κάτι που μόνο επιζήμιο μπορεί να είναι για μία αστυνομική ιστορία. 

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Λευτέρης Καλοσπύρος Η μοναδική οικογένεια

 
Λευτέρης Καλοσπύρος, Η μοναδική οικογένεια (Πόλις)

Πήρα στα χέρια μου το βιβλίο του Λευτέρη Καλοσπύρου με καλή διάθεση και την πρόθεση να γράψω μια εκτενή κριτική. Σύντομα κατάλαβα ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δυνατόν, καθώς δεν γίνεται να επεκταθώ για ένα βιβλίο του οποίου διάβασα μόνο τις 50 περίπου πρώτες σελίδες, και πεταχτά μόνο τις υπόλοιπες.

Η βασική μου ένσταση είναι ότι σε ένα μυθιστόρημα δεν γράφουμε όλα όσα διαβάσαμε κι ό,τι μας είπαν στο σχολείο ή στη σχολή--προσπαθούμε να επιλέξουμε το υλικό μας με βάση τις οργανικές ανάγκες του μύθου που διέπει την ιστορία μας. Οι γνώσεις του συγγραφέα πρέπει να λειτουργούν υποδόρια μέσα στο κείμενο, κι όχι να μπαίνουν με φωτεινές ταμπέλες, name dropping, και δανεικά αποφθέγματα.

Πρόκειται για ένα δύσμορφο κατασκεύασμα το οποίο ίσως κάποιοι να θεωρήσουν πρωτοποριακό, αλλά για μένα είναι τόσο επιτηδευμένο που χρειάστηκε να ανατρέξω στο αυτάκι για να επιβεβαιώσω ότι ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1980 κι όχι, ας πούμε, το 1995 - άλλωστε η έλλειψη αυθεντικότητας κι η επιθυμία επίδειξης γνώσεων ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την χαμηλή ποιότητα πολλών κειμένων ελληνικής πεζογραφίας.

Ένα κείμενο 'εγκεφαλικό' με περίσσευμα πληροφοριών και απουσία κρίσης (παρά τις αναφορές στον Καντ), αβαθές (παρά τις διαρκείς μεταπτώσεις της πλοκής και των χαρακτήρων που προκαλούν αναγνωστική ζάλη),  στερείται νομίζω κάποιου στοιχείου που πέραν του, πολλά υποσχόμενου, εναρκτήριου διαλόγου, θα μπορούσε να κινητοποιήσει το συναίσθημα ενός ώριμου αναγνώστη.

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Θοδωρής Καλλιφατίδης: Γράμματα στην κόρη μου

  

Θοδωρής Καλλιφατίδης, Γράμματα στην κόρη μου (Γαβριηλίδης)


Τα βιβλία του Θοδωρή Καλλιφατίδη παρουσιάζουν πάντα ενδιαφέρον. Τα θέματα που συνήθως πραγματεύονται είναι η ξενιτιά, η συνακόλουθη νοσταλγία κι η αναπόδραστη μοναξιά, οι προσωπικές σχέσεις, η ερωτική επιθυμία. Η πρωτοτυπία του τελευταίου βιβλίου του έγκειται στο πλαίσιο όπου τοποθετείται η ιστορία. Πρόκειται για ένα επιστολικό μυθιστόρημα, όπου μέσω των πρωτοπρόσωπων ανταποκρίσεων που στέλνει ένας πατέρας στην κόρη του, αναπαριστάται η εξωτερική αλληλουχία των γεγονότων κι η εσωτερική περιπέτεια της εξορίας.  

Πρωταγωνιστής της ιστορίας  είναι ο Οβίδιος, ένας από τους μεγαλύτερους Ρωμαίους ποιητές, το έργο του οποίου αποτελεί και την αιτία εξορίας του από την Ρώμη στους Τόμους της Μαύρης Θάλασσας, με προσωπική διαταγή του Καίσαρα το 8 μ.Χ..

Κάθε επιστολή συνδυάζει με ενδιαφέροντα τρόπο τις αλλαγές και τις συναισθηματικές μεταπτώσεις που βιώνει ο ήρωας, κάνοντας αναδρομές στην προηγούμενη ζωή του στη Ρώμη αλλά και περιγράφοντας άλλοτε συνήθη κι άλλοτε δραματικά επεισόδια από την επαφή του με τους κατοίκους της νέας πατρίδας του.

Ένα απ΄ τα καλύτερα στοιχεία του βιβλίου είναι η σταδιακή μετάβαση από την περιγραφή του νέου τόπου διαμονής υπό το πρίσμα της Ρώμης, στην ανασκόπηση του βίου του στη Ρώμη υπό τη νέα οπτική που του παρέχει η ζωή στον τόπο εξορίας. Οι Τόμοι γίνονται, από προσωρινός τόπος τιμωρίας, η νέα πατρίδα από την οποία ο Οβίδιος ελπίζει πάντα ότι θα φύγει, δίχως αυτό να τον σταματά να δημιουργεί φιλίες και να διερευνά τον τρόπο ζωής και τα έθιμα του νέου τόπου. Το ταξίδι της επιστροφής αναβάλλεται, όπως αναβάλλονται κι οι απόπειρες να γράψει επιστολή ζητώντας την επιείκεια του αυτοκράτορα.

Το πιο αδύναμο στοιχείο ενός γοητευτικού στην σύλληψή του βιβλίου, είναι η απλή και όχι ιδιαίτερα καλοδουλεμένη γλώσσα που κάποιες στιγμές δεν επιτυγχάνει να υποστηρίξει τις έννοιες και τα υπαρξιακά διλήμματα που επιχειρεί να αναλύσει ο Καλλιφατίδης. Η αίσθηση αυτή γίνεται ακόμα πιο έντονη από το γεγονός ότι η ιστορία αφορά τον βίο ενός μεγάλου ποιητή που στοχάζεται πάνω σε μία σειρά από σημαντικά ζητήματα, καθώς και από την ίδια την θεματολογία του βιβλίου που είναι η ξενιτιά, η ταυτότητα του μετανάστη και φυσικά η ξένη γλώσσα που τιθασεύεται με κόπο και αγώνα, έτσι όπως σταδιακά κατακτιέται και η νέα πατρίδα.


Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2013

Λουκία Δέρβη: Group Therapy




Λουκία Δέρβη, Group Therapy (Μελάνι, 2013)

Η Εφηβική Λογοτεχνία είναι ένα μεταβατικό είδος, ηλικιακά -για τον αναγνώστη-, ενίοτε και τεχνικά -για τον δημιουργό. Αν και αρκετοί αξιόλογοι συγγραφείς του παρελθόντος έχουν δώσει δείγματα σημαντικών κειμένων που απευθύνονται στο εφηβικό κοινό, κάποιες φορές τα έργα Εφηβικής Λογοτεχνίας προδίδουν την ανολοκλήρωτη απόπειρα ενός συγγραφέα να συνθέσει ένα μυθιστόρημα για ενήλικο κοινό.

Οι σκέψεις αυτές ήρθαν στο νου μου καθώς διάβαζα το νέο βιβλίο της Λουκίας Δέρβη. Το εξώφυλλο, που παραπέμπει αισθητικά σε περιοδικά ποικίλης ύλης, ήταν ίσως το έναυσμα για να αναρωτηθώ αν το Group Therapy θα έπρεπε μάλλον να περιληφθεί στην κατηγορία της Εφηβικής Λογοτεχνίας.

Η εκφραστική αδυναμία του κειμένου ενίσχυσε αυτή την εντύπωση: η σύνταξη είναι ιδιαίτερα απλή, το λεξιλόγιο ισχνό, το λογοτεχνικό αποτέλεσμα απλοϊκό. Η δομή του έργου είναι επίσης προβληματική, καθώς δημιουργείται η αίσθηση ότι πρόκειται για δύο κείμενα, που δεν ‘δένουν’ καλά μεταξύ τους - στα μισά περίπου της ιστορίας, από ‘κοινωνικό’ το βιβλίο γίνεται ‘αστυνομικό’.

Στο πρώτο μέρος η Δέρβη επιχειρεί να παρουσιάσει στους αναγνώστες τις βασικές αρχές της ομαδικής ψυχοθεραπείας και να ‘υπερασπιστεί’ το επάγγελμα του ψυχολόγου. Η πρόθεση είναι αξιόλογη, αλλά η πεζογραφική της εκτέλεση απογοητεύει, καθώς γίνεται με τρόπο υπεραπλουστευτικό, διαλύοντας την οποιαδήποτε γοητεία μπορεί να ασκεί ο ψυχοθεραπευτικός χώρος σε όσους επιθυμούν να εμβαθύνουν στο νόημα και να ερμηνεύσουν τη λειτουργία της ψυχοθεραπευτικής σχέσης.

Ένα από τα μεγαλύτερα κλισέ του βιβλίου, είναι ότι για να γίνει κάποιος ψυχολόγος, θα πρέπει να είχε μια φρικτή παιδική ηλικία, γεμάτη εγκατάλειψη, θάνατο και μοναξιά. Επιπλέον, από την εξιστόρηση απουσιάζει η μαγεία που δημιουργούν άλλοι συγγραφείς που ασχολούνται με το ίδιο θέμα, όπως ο Γιάλομ, που όσο περισσότερα αποκαλύπτει για τις σχέσεις θεραπευτή-θεραπευόμενου, τόσο περισσότερο έλκεται και καθηλώνεται ο αναγνώστης.

Το σοβαρότερο πρόβλημα όμως του Group Therapy είναι ότι η μυθιστορηματική ψυχολόγος παρεμβαίνει με τόσο πολλούς και ριζικούς τρόπους στην ιδιωτική ζωή των θεραπευόμενων (πληρώνοντας υποψήφιους εραστές κι εκδότες που συνδέονται με τα σχέδια των πελατών της) που ο αναγνώστης θα περίμενε ότι κάποια στιγμή η ψυχολόγος θα ‘επανερχόταν στην τάξη’ - αντ' αυτού λαμβάνει την συγχώρεση και εντέλει τη δικαίωση εκ του αποτελέσματος που οδηγεί σε ένα αναμενόμενο -όσο και μη ρεαλιστικό- happy end. Οι πράξεις και η συμπεριφορά της ψυχολόγου -με δικαιολογία τον έρωτα για έναν συνάδελφό της- μοιάζουν σε τέτοιο βαθμό προβληματικές που αναρωτιέσαι αν παρόλη την προσπάθεια να 'υπερασπιστεί' την χρησιμότητα της ψυχοθεραπείας, η συγγραφέας έχει καταλάβει το παραμικρό για το τι σημαίνει το σχετικό επάγγελμα.

Ίσως η απόστασή μου από αυτό το χώρο με κάνει να έχω μια εξιδανικευμένη εικόνα για τους ψυχολόγους, αλλά δεν χρειάζεται να έχεις περάσει χρόνια ξαπλωμένος στο ντιβάνι του αναλυτή για να σκεφτείς ότι μία ψυχοθεραπεύτρια που εμπλέκεται με τέτοιους τρόπους στη ζωή των ασθενών της, μάλλον χρήζει και η ίδια ψυχικής βοήθειας.

Η έλλειψη ρεαλισμού πάντως δεν περιορίζεται στην υπερδραστήρια ψυχολόγο. Η αναδρομή στο παρελθόν των ηρωίδων, γίνεται με τρόπο τόσο απλοϊκό που δημιουργείται η αίσθηση ότι Λουκία Δέρβη δεν αναφέρεται στις σκέψεις και τις αντιδράσεις δεκαεφτάχρονων ή εικοσάχρονων, αλλά σε μικρά παιδιά, με περιορισμένη αντίληψη και ικανότητα στοχασμού.

Ένα ακόμη μη-ρεαλιστικό στοιχείο είναι ότι, σε εποχή βαθιάς οικονομικής κρίσης, πουθενά στο βιβλίο δεν φαίνεται ότι η Αθήνα είναι μια πόλη που υποφέρει: τα πάντα είναι πολυτελή - συνοικίες, σπίτια, καταστήματα, ζαχαροπλαστεία, και γραφεία.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, η αστυνομική ιστορία διατυπώνεται τόσο γρήγορα, που ο αναγνώστης δεν προφταίνει ν’ αναρωτηθεί πώς θα προστατευθεί η ηρωίδα από τον δολοφόνο, ή να νιώσει το απαραίτητο μυστήριο και τη συνακόλουθη αγωνία - στοιχεία απαραίτητα για την αφηγηματική λειτουργία μιας αστυνομικής πλοκής.

Καθόλη τη διάρκεια του βιβλίου, πάντως, ο λόγος των τεσσάρων ηρωίδων του Group Theory είναι πανομοιότυπος - αδύνατον να κατανοήσει ο αναγνώστης ότι δεν πρόκειται για μία μόνο γυναίκα που, χρησιμοποιώντας το ίδιο ύφος και τις ίδιες εκφράσεις, περιγράφει, απλώς, διαφορετικά γεγονότα.

Άλλωστε ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του Group Therapy, είναι η απλή απαρίθμηση γεγονότων, χωρίς την απαραίτητη εμβάθυνση που θα δημιουργούσε ένα επιτυχημένο μυθιστόρημα.

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013

Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης: Το ελάχιστο ίχνος



Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, Το ελάχιστο ίχνος. Ροδακιό


Το πρόσφατο βιβλίο του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη χαρακτηρίζεται από το γνωστό ιδιαίτερο ύφος που του εξασφάλισε πιστούς αναγνώστες αλλά και αρκετούς επικριτές. Γιατί η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για ένα συγγραφικό στυλ που είτε σου αρέσει-οπότε θεωρείς θετικές τις ιδιομορφίες του- είτε σου δημιουργεί αναγνωστική όχληση. Η επιλογή μιας πλούσιας διαλέκτου, η πλοκή που μοιάζει να εκτυλίσσεται σε προηγούμενους αιώνες, οι παραδοσιακές δραματουργικές συμβάσεις--με αυτή της ανταλλαγής των βρεφών, δοκιμασμένη από την ηθογραφική μας παράδοση, να ξεχωρίζει--συναντώνται και στο Ελάχιστο Ίχνος.

Τίποτα στο μυθιστόρημα του Χατζηγιαννίδη δεν φαίνεται σύγχρονο-αν και η ιστορία φτάνει ως το 1995-, τίποτα δεν μοιάζει φυσικό. Αντίθετα ο αναγνώστης έχει την εντύπωση ότι παρακολουθεί μία σειρά από τεχνάσματα που παράγουν μία γεωμετρική σύνθεση, μια σφιχτή αλλά παραστολισμένη ύφανση από ηθογραφικα μοτίβα, καλολογικά στοιχεία, θεατρικά και πεζογραφικά παραθέματα. Δυστυχώς απουσιάζει εδώ η αίσθηση της οργανικής ανάπτυξης όπου ο αναγνώστης παρακολουθεί μιαν ιστορία να εκτυλίσσεται, συχνά απρόβλεπτα, μιαν αφήγηση στην οποία μπορεί να χαθεί, και να ξεχάσει προς στιγμήν πως πρόκειται για μυθοπλαστικό δημιούργημα.

Το γεγονός ότι ο Χατζηγιαννίδης δουλεύει τόσο την γλώσσα του δεν μας επιτρέπει να αποδώσουμε διάφορες παρωχημένες ή 'περίεργες' εκφράσεις σε αστοχία-πρόκειται αντίθετα για συνειδητή επιλογή του συγγραφέα (πιθανόν ώστε να προσδώσει στην ιστορία του την αίγλη του κλασικού). Γιατί λόγου χάριν, να επιλέγεται η γραφή 'συφορά' αντί για συμφορά, 'απάνω πάτωμα' αντί για επάνω ή πάνω, 'των δυονώ' αντί για των δύο, ή να κατασκευάζει έναν τόσο περίπλοκο επιρρηματικό τύπο όπως 'τον ρώτησε με αποτομιά' αντί του απότομα; Κερδίζει πραγματικά το μυθιστόρημα από τέτοιου είδους επιλογές που μας μεταφέρουν εκφραστικά σε άλλες εποχές; 

Την ίδια αίσθηση όμως-κι αυτό είναι ακόμα πιο σημαντικό- δίνουν στον αναγνώστη και οι ήρωες του βιβλίου. Η ψυχολογία τους δεν έχει τα γνωρίσματα του σύγχρονου ατόμου, κατοίκου μιας μεγαλούπολης, αλλά στερεοτυπικών χαρακτήρων που ξεπηδούν από ηθογραφήματα της εποχής του Βικέλα: η νησιώτισσα παραμάνα, η πλούσια κυρία που νιώθει άβολα να αγγίζει και να θηλάζει το μωρό της, η Ζανού η καλόκαρδη πόρνη, ο θρησκόληπτος πατέρας, η 'μάγισσα θεία', ο ανάπηρος με την αγγελική καλοσύνη.

Ίσως το επόμενο στοίχημα για τον Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη δεν είναι αν θα καταφέρει να μας δώσει ένα ακόμα εξαιρετικά καλογραμμένο μυθιστόρημα που θυμίζει λαϊκό ανάγνωσμα του ύστερου 19ου αιώνα, αλλά αν θα δοκιμάσει το ταλέντο του σε κάτι σύγχρονο τόσο από την άποψη της γλώσσας, όσο και από την άποψη της ψυχολογίας των χαρακτήρων--διότι, καλώς ή κακώς, αυτά τα δύο πάνε μαζί.

Κατανοώ ότι οι ήρωες του σύγχρονου αστικού μυθιστορήματος δεν αντιμετωπίζουν ηρωικά διλήμματα και τραγικές καταστάσεις εκτός αν η κυκλοθυμία, η κατάθλιψη και τα ερωτικά αδιέξοδα περιλαμβάνονται σε αυτές. 'Ίσως, πιθανολογώ, να είναι αυτό που στρέφει τον Χατζηγιαννίδη προς χαρακτήρες παλαιότερων πεζογραφικών παραδόσεων και τον αποτρέπει από το να διερευνήσει την ψυχοσύνθεση σύγχρονων ηρώων.

Όσον αφορά την επιτυχία του εγχειρήματος του Χατζηγιαννίδη να μας αφηγηθεί μία φιλόδοξη οικογενειακή 'τραγωδία' θα συμφωνούσα με την άποψη του ήρωά του, Αυγουστίνου Ψυχού, ο οποίος (όπως αναφέρεται στη σελ. 143) «πίστευε... ότι οι οικογενειακοί δεσμοί και τα οικογενειακά δράματα είχαν αξία μόνον αν καταπιανόταν μαζί τους ένας Τσέχωφ ή ένας Ίψεν».

Δευτέρα 6 Μαΐου 2013

Νίκος Δαββέτας: Ο ζωγράφος του Μπελογιάννη



Νίκος Δαββέτας, Ο ζωγράφος του Μπελογιάννη, Μεταίχμιο.

Στο νέο βιβλίο του ο Νίκος Δαββέτας χρησιμοποιεί μία αστυνομική ιστορία ως όχημα για να ασκήσει κριτική στους αριστερούς που μετανάστευσαν στη Γαλλία λόγω των πολιτικών συνθηκών, από το '40 ως τα μέσα του '70, και κατάφεραν να πάρουν, είτε το άξιζαν, είτε όχι, τον τίτλο του διανοούμενου. Αριβίστες, ανταγωνιστικοί μεταξύ τους, αποφασισμένοι να καταστρέψουν επαγγελματικά όσους αντιστέκονται στα σχέδιά τους, θα έφταναν άραγε και στο φόνο προκειμένου να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους;

Το μυθιστόρημα, όπως συμβαίνει και με άλλα βιβλία του ίδιου συγγραφέα, ξεκινά από μία καλή ιδέα, που απασχολεί το πολιτικοποιημένο κοινό την στιγμή που γράφεται, και που υποστηρίζεται από έρευνα σε σχετικά αρχεία, αλλά η οποία εξαντλείται γρήγορα, χωρίς να αναδεικνύει κάποιον λογοτεχνικό ήρωα που θα αγγίξει τον αναγνώστη, ή κάποια προσωπική ιστορία που θα συγκλονίσει με το βάθος και την σημασία της.

Καλογραμμένο (χωρίς να αποφεύγει κάποια κλισέ), ενδιαφέρον (κυρίως για όσους κινούνται στον κύκλο της Αριστερής διανόησης), σέβεται τον αναγνώστη, αλλά δεν απογειώνεται λογοτεχνικά, καθώς δεν καταφέρνει να υπερβεί τα -δυσδιάκριτα στις μέρες μας- όρια της δημοσιογραφικής έρευνας ώστε να γίνει καλή πεζογραφία.

Τα αρνητικά στοιχεία του βιβλίου είναι η απουσία ουσιαστικών ανατροπών, το βιαστικό (η λέξη που μου έρχεται είναι 'τσαπατσούλικο') τέλος, και η έλλειψη πολυφωνικότητας των πρωτοπρόσωπων αφηγήσεων - έπρεπε διαρκώς να ελέγχω από παρακείμενα στοιχεία ποιοι μιλούν, για να κατανοήσω το ακριβές νόημα των λόγων τους.

Το κύριο όμως πρόβλημα, κατά την άποψή μου, είναι ότι το κείμενο δεν είναι αρκετά στοχαστικό: δεν διεγείρει τη σκέψη του αναγνώστη, ούτε τον θέτει ενώπιον των δικών του εμμονών, προκαταλήψεων, και των όποιων ψυχικών ή ιδεολογικών του ορίων. Ο αναγνώστης παρακολουθεί απ' έξω τα όσα εκτυλίσσονται στο αφήγημα. Κι αυτός νομίζω ότι είναι ένας από τους λόγους που, αν και το διάβασα πολύ ευχάριστα και γρήγορα, πρόκειται για ένα βιβλίο μάλλον επικαιρικό, που δεν νομίζω να επισκεφτώ ξανά, για να βρω στις σελίδες του κάτι που μπορεί να με κινήσει θυμικά ή διανοητικά - όπως συμβαίνει με τα βιβλία καλής λογοτεχνίας.