Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Το Πέρασμα


Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Το Πέρασμα, Μεταίχμιο

Το πρόσφατο μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη πραγματεύεται ένα θέμα τρέχον και δυσάρεστο: το ναυάγιο ενός καραβιού γεμάτου πρόσφυγες σε ένα μικρό αιγαιοπελαγίτικο νησί. Οι αντιδράσεις των ντόπιων, και ο αγώνας των προσφύγων για την επιβίωση αναλύονται στα 32 σύντομα κεφάλαια του βιβλίου. Η γραφειοκρατία, η απουσία οργάνωσης των Αρχών, οι προκαταλήψεις και ο φόβος των κατοίκων,  καθώς και οι αντίξοες καιρικές συνθήκες, δημιουργούν μίαν ασφυκτική κατάσταση φυσικού και συναισθηματικού εγκλωβισμού που καταλήγει σε μία σειρά από εξωτερικές και εσωτερικές συγκρούσεις.
Η πραγμάτευση ενός επίκαιρου θέματος ενέχει σημαντικές δυσκολίες. Ένας από τους κινδύνους τους οποίους ο Τζαμιώτης δεν αποφεύγει εντελώς, σε κάποια σημεία, είναι η μετατροπή -τουλάχιστον όσον αφορά το ύφος – του λογοτεχνικού κειμένου σε χρονογράφημα.
Στην προσπάθειά του επίσης να παρουσιάσει το μέγιστο αριθμό ζητημάτων που συνδέονται με το φαινόμενο της παράνομης μετανάστευσης, ο Τζαμιώτης επιδεικνύει μια  πανοραμική ματιά η οποία όμως δεν εμβαθύνει στον κάθε χαρακτήρα ξεχωριστά. Για να είχε επιτύχει κάτι τέτοιο θα έπρεπε ίσως το βιβλίο να ήταν διπλάσιο σε έκταση, έτσι ώστε να αναλυθούν οι καίριες σκέψεις ή τα θεμελιώδη κίνητρα του κάθε χαρακτήρα. Το αποτέλεσμα, κατά τη γνώμη μου, είναι να μην δένεται ο αναγνώστης συναισθηματικά με τους ήρωες, να μην νοιάζεται για την τύχη και την προσωπική τους εξέλιξη μες στην ιστορία. 
Αν ο Τζαμιώτης είχε επιλέξει να εστιάσει σε τρία ή τέσσερα, αντί για είκοσι πρόσωπα, πιστεύω ότι η ιστορία θα είχε μεγαλύτερη ένταση. Ένα βιβλίο που λόγω του θέματός του θα περίμενε κανείς να εγείρει έντονα συναισθήματα, αποτυγχάνει να συγκινήσει πραγματικά τον αναγνώστη, καθώς η ευρύτητα της ματιάς λειτουργεί εις βάρος της αφηγηματικής εμβάθυνσης.
Ας προσθέσω ακόμα ότι σε κάποια σημεία της πλοκής δίνεται η εντύπωση ότι προκειμένου να καλυφθούν οι αντιδράσεις όλου του χωριού, ο Τζαμιώτης οδηγείται στη δημιουργία διηγηματικών τύπων (ο υπαστυνόμος, ο ανθυπολοχαγός, ο πρόεδρος του χωριού, η φουρνάρισσα, ο αγροτικός γιατρός, κλπ) που στερούνται ιδιαίτερων διαστάσεων.
Το θέμα είναι πολύ καλό, η γλώσσα του Τζαμιώτη είναι -όπως πάντα- καλοδουλεμένη, και η προσέγγισή του σε ένα τόσο περίπλοκο πρόβλημα στέκει μακριά από ιδεοληψίες. Ωστόσο, η απουσία εμβάθυνσης στους λογοτεχνικούς ήρωες στερεί από Το Πέρασμα ένα από τα βασικά συστατικά ενός πολύ καλού μυθιστορήματος.


Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016

Εύα Στάμου: Η εκδρομή


Εύα Στάμου, Η εκδρομή (Αρμός)

Η εκδρομή της Εύας Στάμου ξεκινά με έναν χωρισμό. Ακολουθεί η διεισδυτική περιγραφή ερωτικών περιπετειών μικρής διάρκειας, πριν ο φακός εστιάσει στην απόπειρα των δύο χαρακτήρων να ανοιχτούν, ο ένας στον άλλον, σωματικά και συναισθηματικά.

Ένα ολιγοήμερο ταξίδι μακριά από την Αθήνα προσφέρει, υποτίθεται, τις ιδεώδεις συνθήκες για να ευοδωθεί η επαφή τους, σεξουαλικά και ψυχικά. Και πράγματι, τα όσα θα διαδραματιστούν μεταξύ του Παύλου και της Νάντιας οδηγούν σε μια κορύφωση την επαφή τους, και μαζί στην ολοκλήρωση της πολύ μεστής αφήγησης του Πρώτου Μέρους, δημιουργώντας στον αναγνώστη την έντονη επιθυμία να μάθει, όχι μόνο πώς θα εξελιχθεί η σχέση των πρωταγωνιστών, μα και τους πραγματικούς λόγους που διέπουν την συμπεριφορά τους. Το Δεύτερο Μέρος πετυχαίνει και τους δύο στόχους, καθώς αναδεικνύει τους πόθους και τα πάθη των ηρώων με τρόπο που διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον.

Οι δορυφορικοί χαρακτήρες είναι ιδιαίτερα εναργείς, ίσως λόγω της ρεαλιστικότητας που διέπει το κείμενο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα δύο κεφάλαια με τις συνεδρίες, όπου η συγγραφέας φαίνεται να κρατά ίσες αποστάσεις από την θεραπεύτρια και τον θεραπευόμενο, αποφεύγοντας την παγίδα του διδακτισμού. Το γεγονός ότι κανείς από τους ήρωες του βιβλίου δεν ωραιοποιείται, τους καθιστά παραδόξως πιο συμπαθείς, καθώς ο αναγνώστης εισέρχεται ανεπαίσθητα στη σκέψη τους, μοιράζεται φαντασιακά τις αγωνίες, τις αμφιβολίες και τους πάθη τους.

Η γραφή της Στάμου είναι ρέουσα, ευθύβολη, παραστατική.  Γνωρίζει το υλικό της, και σμιλεύει τους χαρακτήρες με ακρίβεια και δίχως ηθικολογίες - ούτε τους εξιδανικεύει ούτε τους δαιμονοποιεί. Η ματιά της, ή μάλλον το αυτί της, ξέρει πώς να συλλαμβάνει τη χροιά των λόγων μα και των κινήσεων που συνθέτουν την αέναη διαλεκτική του κάθε χαρακτήρα τόσο με τον ερωτικό του σύντροφο, όσο και με τον εαυτό του.

Η ιστορία με απορρόφησε χάρη στην αβίαστη αφήγηση και την γεμάτη εναλλαγές εστίαση στα βιώματα της οργής, της προδοσίας, της ζήλειας, του πόθου, και της ελπίδας πως κάτι διαφορετικό θα συμβεί στην επόμενη συνάντησή μας με τον άλλον, στο επόμενο ραντεβού ευάλωτων ψυχών και γυμνών σωμάτων.

Κάποιοι συγγραφείς ξέρουν πώς να φωτίζουν τις αθέατες πλευρές του ψυχισμού μας. Κάποιοι άλλοι γνωρίζουν πώς να αφηγούνται μια ιστορία. Με το νέο της μυθιστόρημα, η Εύα Στάμου επιβεβαιώνει πως έχει το χάρισμα και για τα δύο.

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

Ρέα Γαλανάκη: H Άκρα Ταπείνωση


Ρέα Γαλανάκη, H  Άκρα Ταπείνωση (Καστανιώτης)

Το νέο μυθιστόρημα της Ρέας Γαλανάκη εκτυλίσσεται στην Αθήνα του σήμερα, μια πόλη ρημαγμένη από την πολιτική και οικονομική κρίση, όπου οι κάτοικοί της υποφέρουν και νοσούν, ψυχικά ή σωματικά, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο.
Τα γεγονότα που συγκλόνισαν την Αθήνα την τελευταία πενταετία -- οι  συγκεντρώσεις των αγανακτισμένων στο Σύνταγμα, ο ρατσισμός κατά των μεταναστών, οι υλικές καταστροφές κεντρικών σημείων της πόλης, οι συγκρούσεις των διαδηλωτών με την αστυνομία -- αποδίδονται με ενάργεια κι αφηγηματική ακρίβεια.
Η ερμηνεία των γεγονότων είναι, βέβαια, κάτι το διαφορετικό. Σε κάποιον αναγνώστη που δεν ζούσε εκείνο το διάστημα στην Ελλάδα, μπορεί να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι υπήρξαν δύο αμιγώς αντίθετοι πόλοι που έδρασαν κατά τη διάρκεια της αναταραχής: οι νέο-ναζί της Χρυσής Αυγής από τη μία, και οι νεαροί  «μαχητές», επαναστάτες που αγωνίστηκαν κατά του κρατισμού και του φασισμού από την άλλη. Προσωπικά θεωρώ ότι υπήρξαν κι άλλες διαστάσεις στην ρητορική κατά της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και την συνακόλουθη –έως σήμερα- έξαρση του λαϊκισμού, αρκετές γκρίζες περιοχές ιδεολογικού ψυχισμού που στο βιβλίο παραμένουν ανεξερεύνητες.
Ο τρόπος που χειρίζεται η συγγραφέας τους χαρακτήρες τρίτης ηλικίας-οι δύο βασικές ηρωίδες έχουν περάσει τα εξήντα- επιτυγχάνει να φωτίσει με επιτυχία όχι μόνο τον εσωτερικό τους κόσμο, αλλά και γεγονότα που αφορούν τη γενιά του Πολυτεχνείου και τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους βιώθηκαν από ανθρώπους διαφορετικής κοινωνικοοικονομικής τάξης. Οι χαρακτήρες των νεαρών πρωταγωνιστών, αντιθέτως, αν και αφηγηματικά ενδιαφέροντες, φαίνεται να έχουν στηριχθεί αρκετά σε στερεότυπα που κάποιες στιγμές αδικούν, και κάποιες άλλες ωραιοποιούν, τη νέα γενιά.
Μεγάλο ενδιαφέρον έχει επίσης ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας περιγράφει την καθημερινό βίο των αστέγων, τους λόγους που οδηγούν κάποιους στη ζωή στο δρόμο, τον αγώνα τους για την επιβίωση ή και την επικράτηση, καθώς και τους μεταξύ τους κώδικες επικοινωνίας. Η σύνδεση της ζωής κάποιων εκ των πρωταγωνιστών με την ψυχική νόσο δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα, αφού όπως καταδεικνύουν και οι συναφείς έρευνες, αρκετοί άνθρωποι προτιμούν να κοιμούνται στο δρόμο, από το να ζουν ναρκωμένοι από τα ψυχοφάρμακα και υπό την στενή επιτήρηση ιατρών και συγγενών – ή, ακόμα χειρότερα, σε κάποιο ίδρυμα.
Η λυρική γλώσσα των πρώτων κεφαλαίων υποχωρεί σταδιακά καθώς οι αστές ηρωίδες αναγκάζονται να έρθουν σε επαφή με ανθρώπους και καταστάσεις εντελώς διαφορετικές από αυτές που έχουν συνηθίσει να βιώνουν στον προστατευμένο και ταυτόχρονα αποστειρωμένο από πάθη κόσμο τους.

Η Άκρα Ταπείνωση είναι ένα πραγματικά καλογραμμένο, σύγχρονο μυθιστόρημα για τη ζωή ευάλωτων και περιθωριακών ομάδων την εποχή της κρίσης, που αφορά κάθε αναγνώστη της καλής πεζογραφίας.

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

Δημήτρης Οικονόμου: Οι Εγκλωβισμένοι


Δημήτρης Οικονόμου, Οι Εγκλωβισμένοι (Ίκαρος)

Το μυθιστόρημα του Δημήτρη Οικονόμου είναι ένα ακόμα βιβλίο για την Κρίση. Ξεκινά με μια λεπτομερή περιγραφή των συνηθειών και της συμπεριφοράς του μεσήλικα πρωταγωνιστή, του κυρίου Βασίλη, που διατηρεί φωτοτυπικό κατάστημα σε μια Αθήνα σκοτεινή, θλιβερή, ρημαγμένη.

Οι πρώτες είκοσι σελίδες παρουσιάζουν ενδιαφέρον το οποίο όσο προχωρά η ιστορία –και παρά την εισαγωγή της δεύτερης βασικής ηρωίδας, της Μαίρης- εξανεμίζεται ακριβώς λόγω των φλύαρων περιγραφών που δεν μας συστήνουν καλύτερα τους κεντρικούς ήρωες και τους επιμέρους χαρακτήρες, ούτε αναπτύσσουν την πλοκή, απλώς γεμίζουν σελίδες με περιστατικά από την καθημερινότητά τους -- με μοναδικό, κατά τη γνώμη μου, σκοπό οι ήρωες να γίνουν πιο στέρεοι και αληθοφανείς.

Η γλώσσα του βιβλίου είναι προσεγμένη κι οι χαρακτήρες πειστικοί, αλλά ο διδακτισμός και η συναισθηματολογία κουράζουν. Παρόλο που κάποια αποσπάσματα της ιστορίας κρατούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη, το συνολικό αποτέλεσμα είναι αδύναμο καθώς η πολυαναμενόμενη κορύφωση δεν έρχεται ποτέ.

Από ένα σημείο και μετά η ιστορία είναι προβλέψιμη, και τα κλισέ για τους αδικημένους Έλληνες πολίτες και τις δυνάμεις που τους μάχονται και τους εγκλωβίζουν σε μια τραγική, αδιέξοδη καθημερινότητα όπου η μόνη λύση είναι η φυγή, δεν έχουν να προσφέρουν κάτι ιδιαίτερα βαθύ στον συστηματικό αναγνώστη της σύγχρονης λογοτεχνίας.

Η παρουσίαση της Αθήνας αποκλειστικά ως τόπου όπου μόνο δυσάρεστα κι επικίνδυνα γεγονότα μπορεί να συμβούν, η μόνιμη θλίψη των ηρώων, και η φημολογία για το τείχος που χτίζεται στα όρια της πόλης ενέχουν στοιχεία θρίλερ ή έργου επιστημονικής φαντασίας- στοιχεία που δεν απογειώνονται ούτε αξιοποιούνται επαρκώς.  Αντιθέτως, χάνονται μέσα στην μελό αισθηματολογία και την απαλλαγή των ηρώων από κάθε ευθύνη για την οικονομική και κοινωνική κρίση που βιώνουν, σε σημείο που μετατρέπονται σε απόλυτα θύματα μιας νοσηρής κατάστασης που δεν είναι σαφές πώς δημιουργήθηκε, και από την οποία προσπαθούν διαρκώς να αποδράσουν.

Η φιλοσοφία του βιβλίου δεν με βρίσκει σύμφωνο, αλλά νομίζω ότι δεν είναι αυτός ο λόγος που δεν το απόλαυσα. Η αιτία, πιστεύω, είναι ότι πρόκειται για ένα ανάγνωσμα επίπεδο, που παρά τα επιμέρους θετικά στοιχεία του, σύντομα προκαλεί την πλήξη του αναγνώστη.

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

Βαγγέλης Ραπτόπουλος: λεσβία




Βαγγέλης Ραπτόπουλος, λεσβία (Κέδρος)

Καθώς διάβαζα το νέο βιβλίο του Βαγγέλη Ραπτόπουλου αναρωτήθηκα τι τον ώθησε να τοποθετήσει την ιστορία του στην δεκαετία του '90. Πρόκειται για έκφραση συγγραφικής νοσταλγίας; Οφείλεται άραγε στο ότι οι γνώσεις του για τις σχέσεις μεταξύ γυναικών πηγάζει από την περίοδο της νεότητάς του; Ή μήπως απευθύνεται στο κοινό των πενηντάρηδων αναγνωστών που τον ακολουθεί πιστά, και που μπορεί, ακόμη και στην εποχή μας, να βρίσκει το θέμα ερεθιστικό;

Όποια κι αν είναι η απάντηση, γεγονός παραμένει ότι είναι σημαντικό να έχουμε στα χέρια μας ένα σύγχρονο βιβλίο που μάς μιλά για τον λεσβιακό έρωτα -- ένα αντικείμενο που παραμένει ασυνήθιστο στην ελληνική πεζογραφία.

Σύμφωνα με το μυθιστόρημα, φαίνεται ότι οι γυναίκες με λεσβιακές εμπειρίες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: σε αυτές που έτσι γεννήθηκαν, και σε εκείνες που κάποια τραυματική εμπειρία τις οδηγεί να κάνουν ομόφυλες σχέσεις για μικρό ή μεγαλύτερο διάστημα. Η Μελίνα ανήκει μάλλον στην δεύτερη κατηγορία αφού, αν και έχει εκδηλώσει την ερωτική της περιέργεια για την συμφοιτήτριά της, αποφασίζει να συνάψει μαζί της σχέση μετά από έναν βιασμό.

Η ιστορία παρακολουθεί για κάποια κεφάλαια τον βιαστή, καθώς εξομολογείται σκηνές από την καθημερινότητά του σε ένα ψυχίατρο. Η έκταση που καταλαμβάνει αυτή η εξομολόγηση δεν είναι μεγάλη, αποτελεί όμως μακράν το καλύτερο τμήμα του βιβλίου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει επίσης ο τρόπος που περιγράφεται η σκηνή του βιασμού από τις ενάντιες οπτικές του θύματος και του θύτη.

Ακολουθούν λεπτομερείς περιγραφές των ερωτικών περιπτύξεων ανάμεσα στις δύο γυναίκες, με τρόπο μάλλον επιφανειακό, και μια ηδονοθηρική ματιά. Οι περισσότερες αφηγήσεις έχουν χαρακτήρα διεκπεραιωτικό καθώς στερούνται συναισθηματικού βάθους ή αισθησιακής έντασης, με αποτέλεσμα να μην εγείρουν - τουλάχιστον σε μένα - το αναγνωστικό ενδιαφέρον.

Ο συγγραφέας μιλάει μερικές φορές για το «κυρίως πιάτο» καθώς περιγράφει τις ερωτικές περιπτύξεις των ηρωίδων, αναπαράγοντας ένα ακόμη στερεότυπο για τον λεσβιακό έρωτα, καθώς δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι οι λεσβίες έχουν την ίδια αντίληψη για τα «προκαταρκτικά» και το σεξ που έχουν οι ετεροφυλόφιλοι άντρες της γενιάς μας. Επίσης δεν είμαι σίγουρος αν λέξεις όπως «φασώνομαι» τις χρησιμοποιούσαν οι νέοι της δεκαετίας του '90.


Η επανάληψη παραγράφων που προφανώς ο συγγραφέας θεωρεί σημαντικές, κάποιες φορές λειτουργεί αφυπνιστικά για τον αναγνώστη, και κάποιες άλλες απλώς κουράζει. Οι χαρακτήρες, χωρίς να είναι ψεύτικοι, είναι μονοδιάστατοι. Όπως ήδη ανέφερα, είναι σίγουρα αξιέπαινο ότι ο συγγραφέας εστιάζει σε μια θεματική που συναντάται σπάνια στην ελληνική λογοτεχνία, ωστόσο ο τρόπος που προσεγγίζει την ψυχολογία των ηρωίδων δεν είναι ιδιαίτερα βαθύς. Το συνολικό αποτέλεσμα θυμίζει μάλλον μετεφηβικό ανάγνωσμα.

Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

Αργυρώ Μαντόγλου: Λευκή Ρεβάνς



Αργυρώ Μαντόγλου, Λευκή Ρεβάνς (Ψυχογιός)


Η Αργυρώ Μαντόγλου δεν είναι η μόνη Ελληνίδα συγγραφέας που ζήλεψε τη δόξα της Π. Ντ. Τζέιμς, ή της Ρουθ Ρέντελ. Τα τελευταία χρόνια έχουμε γίνει μάρτυρες και άλλων προσπαθειών να εδραιωθεί και στη χώρα μας το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα στα πρότυπα του αγγλοσαξωνικού γένους, δυστυχώς με μικρή -λογοτεχνική- επιτυχία. 

Το πρόβλημα είναι ότι ακόμα κι όταν η γλώσσα είναι προσεγμένη, τα περισσότερα από αυτά τα βιβλία δεν έχουν την σφικτή δομή που είναι απαραίτητη για την διασφάλιση της επιτυχίας ενός αστυνομικού μυθιστορήματος. Επιπλέον βασίζονται σε συνταγές, συχνά αδέξια προσαρμοσμένες στην ελληνική πραγματικότητα. 

Η Λευκή Ρεβάνς της Μαντόγλου δεν αποτελεί εξαίρεση. Η ιστορία του βιβλίου στηρίζεται σε ένα ποτ πουρί θεμάτων που τις τελευταίες δεκαετίες έχουν εισχωρήσει από τις κοινωνικές επιστήμες στην ποπ κουλτούρα των αγγλοσαξωνικών χωρών: ο φεμινισμός κι η γυναικεία χειραφέτηση, ο ανταγωνισμός των φύλων, οι ακραίοι πειραματισμοί της πλαστικής χειρουργικής και μία σειρά από άλλα “must” του είδους: ο πανέμορφος δολοφόνος της ιστορίας που χρησιμοποιεί τη γοητεία του για να προσελκύσει τα θύματά του - γνωστό κινηματογραφικό μοτίβο -, η απελπισία της όμορφης ηρωίδας που γερνάει, η γυναικεία αλληλεγγύη που συμβάλει στη λύση στο τέλος του μυθιστορήματος. 

Το βιβλίο παρέχει αρκετές εξηγήσεις για τα όσα συμβαίνουν, δίχως όμως να φωτίζονται τα κίνητρα των ηρώων με τρόπο που να αναδεικνύεται πώς οι πράξεις τους αποτελούν φυσικό επακόλουθο του χαρακτήρα τους - όπως θα συνέβαινε, λόγου χάριν, με ένα αστυνομικό της Ρέντελ.


Παρόλο που το βιβλίο έχει ενδιαφέρουσες στιγμές, και η γραφή του είναι καλά δουλεμένη, οι μακρόσυρτες περιγραφές, κι η απουσία γνησιότητας που δημιουργεί την εντύπωση ότι κάπου τα έχουμε ήδη διαβάσει ή δει όλα αυτά, κάνει την αφήγηση κουραστική, ακυρώνοντας το σασπένς, κάτι που μόνο επιζήμιο μπορεί να είναι για μία αστυνομική ιστορία. 

Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

Λευτέρης Καλοσπύρος Η μοναδική οικογένεια

 
Λευτέρης Καλοσπύρος, Η μοναδική οικογένεια (Πόλις)

Πήρα στα χέρια μου το βιβλίο του Λευτέρη Καλοσπύρου με καλή διάθεση και την πρόθεση να γράψω μια εκτενή κριτική. Σύντομα κατάλαβα ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δυνατόν, καθώς δεν γίνεται να επεκταθώ για ένα βιβλίο του οποίου διάβασα μόνο τις 50 περίπου πρώτες σελίδες, και πεταχτά μόνο τις υπόλοιπες.

Η βασική μου ένσταση είναι ότι σε ένα μυθιστόρημα δεν γράφουμε όλα όσα διαβάσαμε κι ό,τι μας είπαν στο σχολείο ή στη σχολή--προσπαθούμε να επιλέξουμε το υλικό μας με βάση τις οργανικές ανάγκες του μύθου που διέπει την ιστορία μας. Οι γνώσεις του συγγραφέα πρέπει να λειτουργούν υποδόρια μέσα στο κείμενο, κι όχι να μπαίνουν με φωτεινές ταμπέλες, name dropping, και δανεικά αποφθέγματα.

Πρόκειται για ένα δύσμορφο κατασκεύασμα το οποίο ίσως κάποιοι να θεωρήσουν πρωτοποριακό, αλλά για μένα είναι τόσο επιτηδευμένο που χρειάστηκε να ανατρέξω στο αυτάκι για να επιβεβαιώσω ότι ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1980 κι όχι, ας πούμε, το 1995 - άλλωστε η έλλειψη αυθεντικότητας κι η επιθυμία επίδειξης γνώσεων ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την χαμηλή ποιότητα πολλών κειμένων ελληνικής πεζογραφίας.

Ένα κείμενο 'εγκεφαλικό' με περίσσευμα πληροφοριών και απουσία κρίσης (παρά τις αναφορές στον Καντ), αβαθές (παρά τις διαρκείς μεταπτώσεις της πλοκής και των χαρακτήρων που προκαλούν αναγνωστική ζάλη),  στερείται νομίζω κάποιου στοιχείου που πέραν του, πολλά υποσχόμενου, εναρκτήριου διαλόγου, θα μπορούσε να κινητοποιήσει το συναίσθημα ενός ώριμου αναγνώστη.