Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Θεόδωρος Γρηγοριάδης: Το μυστικό της Έλλης





Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Το μυστικό της Έλλης, Πατάκης


Tο τελευταίο βιβλίο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη έχει ως θέμα τον έρωτα μιας μεσήλικης καθηγήτριας γαλλικών, με έναν νεαρότερο παντρεμένο άντρα, στον οποίο προσφέρει γενναιόδωρα, υλικά και συναισθηματικά, δίχως να διαφαίνεται αρχικά ο τρόπος με τον οποίο θα αναπτυχθεί η σχέση τους. 

Τα θετικά του νέου βιβλίου του Γρηγοριάδη δεν είναι αμελητέα. Ο χαρακτήρας της κεντρικής ηρωίδας δίνεται πειστικά, κι οι διάλογοι είναι εξαιρετικά ζωντανοί. Η οικονομική κρίση ορίζει το πλαίσιο στο οποίο κινούνται οι ήρωες, δίχως όμως να δημιουργεί προσκόμματα στην πλοκή--ως προς αυτό. 'Το μυστικό της Έλλης' διαφέρει σημαντικά από ανάλογες πρόσφατες απόπειρες συγγραφέων να μιλήσουν για την κρίση, καθόσον ο Γρηγοριάδης επιτυγχάνει να δείξει πώς η οικονομική κατάσταση επηρεάζει τις επιλογές των ηρώων, δίχως όμως να την θέτει στο επίκεντρο της ιστορίας.

Τα μειονεκτήματα όμως του βιβλίου, συγκρινόμενο μάλιστα με προηγούμενα έργα του συγγραφέα, δεν είναι δυσδιάκριτα. Η εξέλιξη της ιστορίας είναι υπερβολικά βραδύς ενώ η πρώτη και, κατά τη γνώμη μου, η μόνη ανατροπή δεν έρχεται πριν τη μέση του μυθιστορήματος. Οι περιγραφές των χώρων και η αφήγηση των επιμέρους καταστάσεων είναι υπεραναλυτικές, όπως συμβαίνει δυστυχώς πρόσφατα κυρίως σε βιβλία διαφορετικού είδους, της λεγόμενης 'γυναικείας λογοτεχνίας'. 

Οι λεπτομερείς περιγραφές είναι αναγκαίες και αποκτούν πραγματικό ενδιαφέρον όταν ο συγγραφέας μιλάει για τις εμπειρίες της ηρωίδας στην Αφρική. Υπάρχει όμως λόγος για τις αναλυτικές λεπτομέρειες που δίνονται για τη ζωή της σε μια υποβαθμισμένη συνοικία της Αθήνας πλησίον της Πέτρου Ράλλη, όταν μάλιστα αποδίδουν αρκετά συνηθισμένες αν όχι εντελώς τετριμμένες όψεις της καθημερινής ζωής; Είναι για παράδειγμα, απαραίτητο να αναφέρονται αναλυτικά τα φαγητά που σε διαφορετικές περιπτώσεις καταναλώνουν οι ήρωες; Κατανοώ ότι η μανία με την μαγειρική που έχει τα τελευταία χρόνια κατακτήσει και τη χώρα μας, μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο γραφής ροζ αναγνωσμάτων, αλλά δεν είναι αυτό που περιμένει ο αναγνώστης από τα βιβλία λογοτεχνίας. Είναι ένα πράγμα να διαβάζεις για πειστικούς, αληθοφανείς, οικείους χαρακτήρες κι είναι τελείως διαφορετικό να έχεις την αίσθηση ότι παρακολουθείς απογευματινό σήριαλ.

Η κόπωση του Γρηγοριάδη που είχε ήδη διαφανεί στο προηγούμενο βιβλίο του είναι ακόμα εντονότερη στο 'Μυστικό της Έλλης', εξηγώντας ίσως και τα ποικίλα εκφραστικά ατοπήματα, όπως η περιγραφή μιας «ευτραφούς πέτρας».  Είναι νομίζω κρίμα, πραγματικά σοβαροί λογοτέχνες, οδηγούμενοι ίσως από  άγχος να βγάλουν στην αγορά άλλο ένα βιβλίο, να μην δίνουν στον εαυτό τους τον απαραίτητο χρόνο επεξεργασίας που απαιτεί η καλή λογοτεχνία--τη λογοτεχνία που περιμένουν από καλούς συγγραφείς, οι σταθεροί αναγνώστες τους.

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης μας έχει δώσει αξιόλογα έργα στο παρελθόν (Ο αρχαίος Φαλλός, Το Παρτάλι, Ο χορευτής στον Ελαιώνα, Χάρτες κ.ά.) και ελπίζω ότι το ίδιο θα συμβεί και στο μέλλον--δυστυχώς 'Το μυστικό της Έλλης' δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία.

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Γιώργος Μανιώτης: Τώρα


Γιώργος Μανιώτης, Τώρα, Εκδόσεις Ψυχογιός

 
Η εξαιρετικά δύσκολη οικονομική συγκυρία που διανύουμε μπορεί να αποτελέσει για ένα συγγραφέα έναυσμα στοχασμού και δημιουργικής ενασχόλησης με το τώρα. Μπορεί όμως και να γίνει η μεγαλύτερη παγίδα για όποιον επιχειρεί βιαστικά και δίχως κρίση να μιλήσει λογοτεχνικά για την κρίση.

Ο Μανιώτης φαίνεται πως έχει στο τελευταίο βιβλίο του μια συγκεκριμένη ατζέντα: να επισημάνει τους κινδύνους που κρύβει η αδιάκοπη επιδίωξη του χρήματος, και να εξηγήσει πώς ο άκρατος καταναλωτισμός και το κυνήγι του πλούτου έχει καταστρέψει τη σύγχρονη κοινωνία.

Για να φέρει εις πέρας το συγγραφικό σχέδιό του, χρησιμοποιεί το τέχνασμα μιας τηλεοπτικής εκπομπής, στην οποία μια δημοσιογράφος παίρνει συνεντεύξεις από τα μέλη της οικογένειάς της. Με τις προσωπικότητες των γυναικών να είναι σαφώς ισχυρότερες των ανδρών, ο Μανιώτης ξετυλίγει μια ιστορία που μοιάζει με θεατρικό δρώμενο--οι αρχικοί διάλογοι είναι ολοζώντανοι και οι ανατροπές στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου συχνές. Δυστυχώς πολύ σύντομα η πρωτοτυπία της πλοκής εξαντλείται, καθώς οι περισσότεροι χαρακτήρες παραμένουν ασχημάτιστοι κι αναληθοφανείς, αφού χρησιμοποιούνται από τον συγγραφέα ως φερέφωνα των απόψεών του.

Υπάρχουν εκτενείς αναφορές σε κάθε θέμα που, σύμφωνα με τον συγγραφέα, έχει καθορίσει την ελληνική πραγματικότητα την  τελευταία πεντηκονταετία: τους οικονομικούς κολοσσούς, τους κομματικούς μηχανισμούς, τον υπερκαταναλωτισμό, τη βιομηχανία της μουσικής, τον χώρο των εκδόσεων, την τηλεόραση, την δημοσιογραφία, την παγκοσμιοποίηση. Το κυριότερο πρόβλημα του βιβλίου είναι ότι απουσιάζει η πολυφωνία: και οι δέκα χαρακτήρες εκφέρουν παρόμοιες απόψεις με τον ίδιο σχεδόν τόνο και παρόμοια λογοτεχνική 'φωνή', δημιουργώντας ένα διαρκώς επαναλαμβανόμενο κείμενο, που βρίθει κλισέ και στερεότυπων φράσεων.

Ένας σημαντικός συγγραφέας, με πλούσιο λογοτεχνικό έργο, μας παρουσιάζει σε αυτό το βιβλίο ιδέες και θεωρίες που μάλλον θα αναδεικνύονταν καλύτερα αν είχε επιλέξει τη μορφή του πολιτικού δοκιμίου ή του κριτικού χρονογραφήματος. Σίγουρα το αποτέλεσμα δεν δικαιολογεί την επιλογή του μυθιστορήματος.

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Γιώργος Γλυκοφρύδης: Hotel Chelsea




Γιώργος Γλυκοφρύδης, Hotel Chelsea, Ψυχογιός

Το πρόσφατο βιβλίο του Γιώργου Γλυκοφρύδη εξιστορεί την ερωτική σχέση ανάμεσα σε έναν Έλληνα και μία Αμερικανίδα, σχέση που τελειώνει με τον θάνατο της γυναίκας στους Δίδυμους Πύργους το 2001. Ο ξαφνικός θάνατος, η οδύνη της απώλειας, το παρατεταμένο πένθος (δέκα χρόνια μετά το συμβάν ο Στέφανος πενθεί ακόμα τον άδικο χαμό της Σάρας) είναι μεν θέματα θλιβερά, αλλά προσφέρουν στον συγγραφέα πλούσιο υλικό προς διερεύνηση και ανάπτυξη.

Δυστυχώς ο Γλυκοφρύδης διαχειρίζεται την ιστορία του με μεγάλη αμηχανία και κινείται ανάμεσα σε πολλά θέματα χωρίς να εμβαθύνει σε κανένα με επιτυχία.  Η ιδέα καθεαυτή  είναι ενδιαφέρουσα και αναγνωρίζω την προσπάθεια του συγγραφέα να μην καταφύγει στην ευκολία του μελό μα έχω την εντύπωση ότι ο Γλυκοφρύδης ξέχασε ότι η τέχνη του σεναρίου είναι πολύ διαφορετική από αυτή του μυθιστορήματος, και ότι οι ποιότητες που συστήνουν ένα επιτυχημένο σενάριο, δεν οδηγούν απαραίτητα στη δημιουργία ενός καλού μυθιστορήματος

Το μεγαλύτερο ελάττωμα του βιβλίου είναι οι υπερβολικά συχνοί και μακροσκελείς διάλογοι με τους οποίους ο συγγραφέας επιχειρεί όχι να εμπλουτίσει μα να υποκαταστήσει τις περιγραφές πράξεων και κυρίως συναισθημάτων του ήρωα. Την ίδια στιγμή στην  προσπάθεια του αυτοί οι διάλογοι να είναι αληθοφανείς, στερούνται ενδιαφέροντος, αναλώνονται σε τετριμμένα θέματα, επαναλαμβάνουν κάποιες εκφράσεις κλισέ (όπως οι προσφωνήσεις των ερωτευμένων) και γίνονται ανιαροί.  Ο δε χαρακτήρας της Γκρέις που είναι ίσως ο πιο γοητευτικός για τον αναγνώστη ενέχει πολλά στερεότυπα.

Η είσοδος στο μυθιστόρημα στοιχείων επιστημονικής φαντασίας που αποτελεί μια έξυπνη ανατροπή θα μπορούσε να προσδώσει πραγματικό ενδιαφέρον στην ιστορία αν ο συγγραφέας την είχε επεξεργαστεί κατάλληλα. Αντ' αυτού παραμένει αναληθοφανής εφόσον δεν αναπτύσσεται λογοτεχνικά αλλά περιορίζεται σε στοιχειώδεις περιγραφές και αβαθείς διαλόγους ακυρώνοντας την πρωτοτυπία.

Εν ολίγοις, το βιβλίο εκκινά από μία πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα που δεν πραγματώνεται λογοτεχνικά.

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

Αμάντα Μιχαλοπούλου: Λαμπερή μέρα


Αμάντα Μιχαλοπούλου, Λαμπερή μέρα. Διηγήματα. Καστανιώτης.

Η ελληνική λογοτεχνία είναι γεμάτη από στερεότυπα. Οι συγγραφείς της χωρίζονται γενικά σε δύο κατηγορίες: αυτούς που παράγουν τα ρομάντζα με τα γυαλιστερά εξώφυλλα, κι αυτούς που απευθύνονται σε σοβαρότερο αναγνωστικό κοινό.

Η ίδια η διάκριση βέβαια, στην γενικότητά της, αποτελεί κι η ίδια στερεότυπο, καθόσον και οι δύο κατηγορίες έχουν πολλές υποκατηγορίες. Μία από αυτές περιλαμβάνει πεζογράφους άνω των 40, που, όπως η Μιχαλοπούλου, επιχειρούν να δώσουν στα κείμενά τους έναν κοσμοπολίτικο αέρα, με συχνές αναφορές σε πόλεις εκτός Ελλάδος, και ήρωες ξένων χωρών. Το κοινό στο οποίο απευθύνονται δεν είναι απαραίτητα κοινό με βαθειά γνώση της διεθνούς λογοτεχνίας: μπορεί απλά να αποτελείται από ανθρώπους που έχουν ταξιδέψει ή έχουν περάσει κάποιο διάστημα της ζωής τους εκτός συνόρων, και μοιράζονται κοινούς κώδικες επικοινωνίας. Κι εδώ συναντάμε τα στερεότυπα. 

Το πρώτο που μου κάνει εντύπωση στο βιβλίο της Μιχαλοπούλου είναι ότι στο εξώφυλλο δεν αναφέρεται, ως είθισται, ότι πρόκειται για συλλογή διηγημάτων, δημιουργώντας στο κοινό την εντύπωση ότι πρόκειται για μυθιστόρημα.

Υπάρχουν μεγάλες/έντονες διαφορές στην ποιότητα των διηγημάτων. Κάποια κείμενα κεντρίζουν το ενδιαφέρον, κάποια άλλα είναι κοινότοπα ή απλώς ανολοκλήρωτα. Κάποια τέλος δίνουν στον αναγνώστη την αίσθηση ότι τα έχει πρωτοδιαβάσει σε συλλογές αγγλόφωνων πεζογράφων. Αν και όλα τα διηγήματα είναι καλογραμμένα, σε αρκετά από αυτά την τελευταία στιγμή η συγγραφέας αποφεύγει να εμβαθύνει στη λογική των αφηγούμενων γεγονότων, ή να ξεγυμνώσει τους χαρακτήρες, κι έτσι όλα μένουν σε ένα μάλλον επιφανειακό επίπεδο.

Αρκετά από τα κείμενα έχουν έντονα κλισέ, όπως η Μεσοποταμία και το Φθινόπωρο στο Φρίουλι, σε βαθμό που οι ήρωες μοιάζει να έχουν ξεπηδήσει από τα λαμπερά περιοδικά λάιφστάιλ της προηγούμενης δεκαετίας.

Η γενικότερη εντύπωσή μου, εντούτοις, για τη Λαμπερή μέρα είναι αμφίσημη. Αφενός εκτιμώ την ποιότητα της γραφής και την προσπάθεια της συγγραφέως να δώσει κάτι σύγχρονο στο αναγνωστικό κοινό της. Η παράθεση όμως καταστάσεων, γεγονότων, ή τοπονυμιών που υποτίθεται ότι είναι ανοίκεια στον Έλληνα αναγνώστη δεν καθιστά αυτομάτως ένα βιβλίο καλό--ιδίως όταν ένας συγγραφέας μοιάζει να το κάνει συστηματικά ως εάν να ήταν αυτοσκοπός.

Ομολογώ πάντως ότι προτιμώ το στυλ των διηγημάτων της Μιχαλοπούλου, με τον συνειδητά κοσμοπολίτικο κι εξωστρεφή χαρακτήρα τους, από την πρόσφατη μόδα συλλογών όπως αυτή του Οικονόμου, όπου η συγγραφική επιτήδευση φτάνει στα άκρα, και όπου η μόνη δικαίωση του εγχειρήματος έγκειται στο πόσο φτωχοί και καταφρονεμένοι είναι οι ήρωες.

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

Athens Prize for Literature 2012

Ανακοινώθηκε η 'μεγάλη λίστα' των εληνικών βιβλίων για το Athens Prize for Literature 2012. 

Το 45% των προτεινόμενων τίτλων ανήκει στις Εκδόσεις Μεταίχμιο. Να υποθέσω ότι το κύριο λογοτεχνικό κριτήριο της επιτροπής ήταν ότι ήρθε η σειρά του συγκεκριμένου οίκου για βραβείο; 

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2012

Δημήτρης Νόλλας: Στον τόπο





Δημήτρης Νόλλας, Στον τόπο, Ίκαρος, 2012.

Διαβάζω Δημήτρη Νόλλα όταν θέλω να υπενθυμίσω στον εαυτό μου πώς είναι η σύγχρονη πεζογραφία. Παρά το προχωρημένο της ηλικίας του και την πολυετή παρουσία του –τέσσερις δεκαετίες, τώρα- στα ελληνικά γράμματα, τα κείμενα του Νόλλα είναι πολύ πιο προωθημένα κι αντισυμβατικά από αυτά πολλών νεώτερων συγγραφέων που αναπαράγουν τεχνοτροπικά μοτίβα της προπολεμικής ηθογραφίας, ή της πλέον πεπατημένης μυθιστορηματικά ξένης πεζογραφίας.

Κείμενα που ρέουν σαν το ποτάμι της συνείδησης, δημιουργώντας σε ολιγοσέλιδη έκταση ένα αφηγηματικό σύμπαν, ευρύχωρο τόσο που να χωρά τον σωματικό πόθο, την θυμική μνήμη, τις δυσδιάκριτες προθέσεις, και τις ριζικές υπερβάσεις μιας απρόβλεπτης καθημερινότητας. 

Η θεματική της συλλογής αφορά σε πρώτο επίπεδο διάφορες μορφές του ‘ξένου’ ή του ‘διαφορετικού’, όποιου, τέλος πάντων, η ζωή βρέθηκε, έστω προσωρινά, εκτός ενός τακτοποιημένου κι εφησυχαστικού πλαισίου. Σε ένα βαθύτερο επίπεδο όμως οι ιστορίες αφορούν στην εσωτερική εξορία – που δεν γνωρίζει εθνικά ή οικονομικά σύνορα, και που μπορεί να ‘φιλοξενήσει’ τις πλέον τυπικές και φαινομενικά τακτοποιημένες ζωές.

Η εναλλαγή αφηγηματικών οπτικών, σε βάθος χρόνου και μεταβολή τόπων, πραγματώνεται με δεξιοτεχνικό τρόπο σε διηγήματα όπως ‘Τα λόγια του αέρα’ και οι ‘Αναπόδραστες συναντήσεις’, ενώ η χρήση του εσωτερικού μονόλογου ως τριταγωνιστή στη συζήτηση ενός ζευγαριού οδηγεί στην πύκνωση των ψυχικών διεργασιών και σε μια σειρά καίριων ανατροπών στο ‘Ένα κουλούρι στα δυο’. Όμορφη, και με υπονόμευση διαφόρων στερεοτύπων, είναι η ιστορία που μας μοιράζουν ‘Τα καμένα χαρτιά’, όπως κι αυτή για το ‘Μωρό στην αιώρα’ -- αλλά το διήγημα της συλλογής που νιώθω ότι θα με ακολουθεί για καιρό είναι ‘Η τιμή των ονείρων’.

Στον τόπο εγκαινιάζει την παρουσία του Νόλλα στις εκδόσεις Ίκαρος. Ελπίζω σύντομα να δούμε κι άλλους καρπούς αυτής της συνεργασίας.

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Χρήστος Αστερίου: Ίσλα Μπόα


Χρήστος Αστερίου, Ίσλα Μπόα, Εκδόσεις Πόλις

Το μυθιστόρημα του Χρήστου Αστερίου είναι εκ πρώτης όψεως μία δραματική περιπέτεια αλλά σε δεύτερο επίπεδο λειτουργεί ως πολιτικό σχόλιο για την κρίση (οικονομική, πολιτιστική, αξιολογική) που χαρακτηρίζει την εποχή μας.

Η ιστορία διαδραματίζεται στο Ίσλα Μπόα ένα ερημονήσι όπου δέκα άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι από διαφορετικές κουλτούρες και χώρες αποβιβάζονται μαζί με ένα αμερικάνικο τηλεοπτικό συνεργείο, προκειμένου να πάρουν μέρος σε ένα παιχνίδι που θυμίζει μία παραλλαγή του γνωστού στους αναγνώστες Survival.

Χωρισμένο σε δώδεκα κεφάλαια όπου οι ήρωες της ιστορίας, άντρες και γυναίκες, περιγράφουν σε πρώτο πρόσωπο τι νιώθουν, πώς βρέθηκαν στο νησί, ποιοι είναι και ποια είναι τα όνειρά κι οι επιθυμίες τους, το βιβλίο πραγματεύεται άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο πετυχημένα, μία σειρά από θέματα: την γεωπολιτική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών, την θρησκευτική διαφορετικότητα, τους μηχανισμούς της καπιταλιστικής οικονομίας, την δυσκολία να συμβιώσουν άνθρωποι από διαφορετικό πολιτιστικό υπόβαθρο, τον αμοραλισμό της τηλεόρασης και της βιομηχανίας του θεάματος.

Το βιβλίο είναι υπερβολικά φιλόδοξο κι επιχειρεί να παρουσιάσει τόσα θέματα που στο τέλος η μυθιστορηματική ισορροπία χάνεται. Οι περισσότεροι ήρωες δεν ξεφεύγουν από την σχηματική, ‘βιαστική’ περιγραφή και δεν αποκτούν ποτέ βάθος ή αληθοφάνεια. Περιγράφουν οι ίδιοι τη ζωή τους, χωρίς, στην πλειοψηφία τους, να μιλάνε για τα κίνητρά τους, δίχως να ‘αποκαλύπτονται’ στον αναγνώστη.

Επιπλέον κάποια από τα κεφάλαια, είναι απλώς φλύαρα και κουραστικά, δίχως συγκεκριμένο αφηγηματικό κέντρο. Αρκετή απόσταση χωρίζει τους χαρακτήρες που έχουν αποδοθεί πιο αναλυτικά και ολοκληρωμένα, όπως αυτόν του Ρέιμοντ Όκλι ή της Ελληνίδας, που έχει την δική της, ιδιαίτερη φωνή, και τους λιγότερο αληθοφανείς, όπως αυτόν της Κινέζας Φου Μινγκ Ξια που λειτουργεί σαν στερεότυπο δυναμικής, πετυχημένης και μοναχικής γυναίκας ιδωμένη από μία στενά αντρική ματιά.

Τα κεφάλαια που αφορούν τον Σάμυ Κόου και την συνάντησή του με την νεαρή γυναίκα αποτελούν κατά τη γνώμη μου τα καλύτερα και πιο ’κινηματογραφικά’ σημεία του βιβλίου, όπου η υπόθεση εκτυλίσσεται σε γρήγορους ρυθμούς, οι διάλογοι είναι έξυπνοι και πειστικοί, οι ανατροπές ενδιαφέρουσες.

Η σύλληψη της ιστορίας που γίνεται απρόσμενα θρίλερ είναι έξυπνη, αλλά η εκτέλεσή της προδίδει το βιβλίο σε αρκετά σημεία, αφού οι χαρακτήρες δεν κερδίζουν το ενδιαφέρον, αλλά λειτουργούν μηχανικά ως φορείς μιας μακρόσυρτης αφήγησης.

Το τελευταίο κεφάλαιο που επιχειρεί να συναρμόσει τα κομμάτια του παζλ και να ερμηνεύσει το απώτερο νόημά του, στερείται πειστικότητας, είναι φιλοσοφικά ανερμάτιστο, και αφηγηματικά επιτηδευμένο.

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

Δημήτρης Φύσσας: Ο αναγνώστης του σαββατοκύριακου


Δημήτρης Φύσσας, Ο αναγνώστης του σαββατοκύριακου, Εστία, 2012.

Ο Φύσσας έγραψε ένα βιβλίο σχόλιο για την λογοτεχνία και τα λογοτεχνικά ήθη στη χώρα μας. Ίσως θα ήταν προτιμότερο να του είχε δώσει καθαρά δοκιμιακή μορφή γιατί τα αποσπάσματα που αφορούν θέματα που σχετίζονται με την πεζογραφία, την παραλογοτεχνία, τα ευπώλητα, τον τρόπο που βλέπουμε την ποίηση στην Ελλάδα, τις βιβλιοπαρουσιάσεις, έχουν ενδιαφέρον, χιούμορ και εύστοχες παρατηρήσεις. Κάποιες σελίδες, κυρίως στα πρώτα τρία κεφάλαια είναι απολαυστικές. Ωστόσο το πάντρεμα της μυθιστορηματικής πλοκής με τις κριτικές απόψεις του συγγραφέα, κατά τη γνώμη μου, δεν πέτυχε.

Η ιστορία του βιβλίου αποτελεί από μόνη της ένα μεγάλο κλισέ, μία αναπαραγωγή της γνωστής πλοκής του Πυγμαλίωνα, με αναφορές στο All about Eve. Μεσήλικη, πλούσια κυρία που ζει στην Κηφισιά, με μόρφωση, καλλιέργεια, λατρεία για την λογοτεχνία, προσλαμβάνει όμορφη, φτωχή, άπειρη και ακαλλιέργητη νεαρά από τις λαϊκές συνοικίες της πόλης, ως αναγνώστρια, αφού η ίδια έχει χάσει το φως της σε ατύχημα. Η κυρία και οι υπόλοιποι κάτοικοι της βίλας αναλαμβάνουν να επιμορφώσουν την κεντρική ηρωίδα, να την μυήσουν στις απολαύσεις της ποίησης και της λογοτεχνίας. Η κοπέλα, που ως εκείνη την στιγμή ασχολείτο με τα ζώδια μαγεύεται ταχύτατα από τη γοητεία των εκλεκτών αναγνωσμάτων και η μεταμόρφωσή της αρχίζει. Μέσα σε λίγους μόλις μήνες, παρατάει τα ζώδια και τις πρωινές εκπομπές, αλλάζει τις ενδυματολογικές επιλογές της -τέρμα τα στρας και τα τακούνια- τις παλιές της συνήθειες, κι αρχίζει να συχνάζει σε παρουσιάσεις βιβλίων και σινεφίλ αίθουσες, βελτιώνει ακόμα και το γούστο της στους άντρες.

Αυτή η αλλαγή νοοτροπίας δεν την εμποδίζει βέβαια να ‘κλέψει’ τον εραστή της πλούσιας κυρίας και να αναμετρηθεί μαζί της. Το προβλέψιμο τέλος του μυθιστορήματος (η μεγάλη αποκάλυψη, σύμφωνα με τον συγγραφέα, την οποία ο αναγνώστης έχει υποψιαστεί στη μέση περίπου της ιστορίας) είναι μελό, και το γεγονός ότι ο Φύσσας ‘μας κλείνει το μάτι’ σχολιάζοντας κι ο ίδιος ότι η υπόθεση γίνεται μελό, δεν αναιρεί αυτή την αίσθηση. Οι χαρακτήρες είναι τόσο κλισαρισμένοι που θυμίζουν καστ ασπρόμαυρης ελληνικής ταινίας.

Είναι φανερό ότι οι προθέσεις του συγγραφέα είναι καλές, οι στόχοι υψηλοί, τα αποσπάσματα που αφορούν τη λογοτεχνία σίγουρα είναι ικανά να προκαλέσουν ενδιαφέρουσες συζητήσεις ή απορίες, μα οι χαρακτήρες είναι αβαθείς και η πλοκή --ίσως από υπερβολική αυτοπεποίθηση, ίσως επειδή ο Δημήτρης Φύσσας ενδιαφερόταν στην ουσία να γράψει δοκίμιο κι όχι πεζογραφία-- είναι δυστυχώς ανιαρή.

Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

Ευγενία Μπογιάνου, Κλειστή πόρτα


Ευγενία Μπογιάνου, Κλειστή πόρτα, Εκδόσεις Πόλις, 2012

Η συλλογή διηγημάτων της Ευγενίας Μπογιάνου αποτελείται από έντεκα ιστορίες που καταπιάνονται με τις ζωές απλών, καθημερινών ανθρώπων, γραμμένες σε πρώτο πρόσωπο. Οι χαρακτήρες γίνονται πειστικοί και οικείοι σε βαθμό που -με ελάχιστες εξαιρέσεις- οι σκέψεις και οι πράξεις τους να εμφανίζονται αναμενόμενες και τετριμμένες, αφαιρώντας από τα διηγήματα το στοιχείο της έκπληξης, που θα επέτρεπε στους αναγνώστες να τους προσεγγίσουν από διαφορετικές οπτικές.

Οι σκέψεις και οι κινήσεις για παράδειγμα της Έλλης Καλπούζου στην ιστορία ‘Το σωστό’, καθώς και της μετανάστριας Μάγιας, στην ομότιτλη ιστορία, είναι ακριβώς αυτές που θα περίμενε κανείς από γυναίκες που βρίσκονται στη δική τους κατάσταση. Η ανατροπή που αναμένει ο αναγνώστης δεν έρχεται ποτέ. Επιπλέον σε κάποιες ιστορίες οι φωνές και το ύφος των ηρώων δεν είναι ευδιάκριτα: λόγου χάριν, με τον τρόπο που μιλάει για τον εαυτό της η πρωταγωνίστρια της ιστορίας ‘Κληρονομιά’ το κάνει και η ηρωίδα της ιστορίας ‘Κλειστή πόρτα’.

Σε όλα τα διηγήματα οι ήρωες βιώνουν μια καθημερινότητα σκληρή, μίζερη κι αδιέξοδη που αναβιώνει την αναγνωστική εμπειρία του βιβλίου του Χρήστου Οικονόμου, Κάτι θα γίνει, θα δεις (εκδόσεις Πόλις, 2010). Η Ευγενία Μπογιάνου, ακριβώς όπως και ο Οικονόμου, περιγράφει ζωές ηρώων που σχετίζονται μεταξύ τους. Με τον τρόπο αυτό, έστω και χαλαρά, οι ιστορίες συνδέονται και η δράση στους ίδιους χώρους και στο ίδιο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο δικαιολογείται. Παρόλο που η ματιά της Μπογιάνου είναι πιο τρυφερή και ενδοσκοπική και η γλώσσα περισσότερο σύγχρονη, το βιβλίο της δίνει την ίδια εντύπωση που αφήνει και η συλλογή του Οικονόμου, δηλαδή ότι η αδυναμία τής συγγραφέως να γράψει ένα ολοκληρωμένο μυθιστόρημα όπου η σχέση των χαρακτήρων θα εξηγείται αλλά και θα δικαιώνεται από την αναγκαιότητα της πλοκής, την οδήγησε να υιοθετήσει το τέχνασμα των διηγημάτων με ήρωες που οι ζωές τους αλληλοτέμνονται.

Να σημειώσω ότι η οικονομική και πολιτική κρίση που όλοι βιώνουμε σε συνδυασμό με την επιβράβευση της θεματικής και της τεχνοτροπίας του Χρήστου Οικονόμου με το Κρατικό Βραβείο, είναι αρκετά πιθανόν να παροτρύνει στο άμεσο μέλλον και άλλους νέους συγγραφείς να ενασχοληθούν με τα δεινά της εργατικής τάξης, των μεταναστών και των ανέργων. Δύο παρατηρήσεις: όλες σχεδόν οι ζωές, όσο σκληρές κι αν είναι, περικλείουν κάποιες στιγμές όπου η ελπίδα, τα όνειρα για το μέλλον, η ερωτική επιθυμία, η ικανοποίηση που πηγάζει από απλές, καθημερινές συνήθειες ή επαφές, μπορεί να τις φωτίζουν και να τις ομορφαίνουν, κάτι που δεν θυμούνται πάντα οι λογοτέχνες που επιλέγουν αυτού του είδους τη θεματολογία προκειμένου να φανεί (σε ποιον άραγε;) ότι κάνουν ‘σοβαρή λογοτεχνία’ --ενώ ταυτόχρονα μειώνουν κατά πολύ την αίσθηση αληθοφάνειας την οποία καταφανώς επιδιώκουν.

Δεύτερον, το πόσο σημαντικός και αυθεντικός είναι ένας λογοτεχνικός χαρακτήρας --καθώς κι ο τρόπος που ένα λογοτεχνικό βιβλίο συμβάλλει στην αντίσταση κατά της πολιτιστικής και ηθικής κρίσης που συμπλέκεται με την οικονομική-- δεν εξαρτάται από το πόσο περιθωριακός είναι και από τον βαθμό εξαθλίωσης που βιώνει αλλά από μία σειρά διαφορετικών κριτηρίων, αυτών που πάντα, ανεξάρτητα από τις τρέχουσες συνθήκες, ξεχώριζαν την καλή από την κακή λογοτεχνία.

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

Έλενα Πέγκα, Σφιχτές ζώνες και άλλα δέρματα


Έλενα Πέγκα, Σφιχτές ζώνες και άλλα δέρματα (Εκδόσεις Άγρα, 2011)



Στο "αυτάκι" του βιβλίου αναγράφεται ότι το ανά χείρας κείμενο είναι νουβέλα που συντίθεται από 36 μικρές ιστορίες. Προσωπικά δεν θα ήξερα πώς να χαρακτηρίσω τα σύντομα αφηγήματα που συναποτελούν το κείμενο της Πέγκα. Σίγουρα δεν έχουν το εύρος,το βάθος, και την πλοκή που απαιτείται από διηγήματα, αλλά ούτε και διαφαίνεται --πέραν του ότι υπάρχει μία κοινή αφηγήτρια, για την οποία όμως δεν μαθαίνουμε σχεδόν τίποτα-- η αφηγηματική εξέλιξη και το ‘δέσιμο’ που απαιτεί μία νουβέλα.



Πρόκειται για ‘στιγμές’, θραύσματα σκέψεων και εικόνων που θυμίζουν σελίδες ημερολογίου, και οι οποίες ολοκληρώνονται μέσα σε λίγες παραγράφους, σχόλια για ανθρώπους και πόλεις που θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν δημοσιευθεί στην πολιτιστική στήλη κάποιας εφημερίδας. 



Παρόλο που η γλώσσα είναι καλή, η ατμόσφαιρα κοσμοπολίτικη και αρκετές από τις παρατηρήσεις και τις διαπιστώσεις της αφηγήτριας έχουν ενδιαφέρον, ο αναγνώστης κουράζεται από τις συχνές --και συχνά αβαθείς-- περιγραφές και τις ατέρμονες αναφορές ονομάτων, διαδρομών και πόλεων. 



Αν και η Πέγκα ασχολείται αρκετά χρόνια με τη διδασκαλία γραφής θεατρικού έργου καθώς και την συγγραφή θεατρικών κειμένων, από τα κείμενα αυτής της συλλογής απουσιάζουν οι πειστικοί διάλογοι, ενώ η "θεατρικότητα" των -ενίοτε εξαιρετικά σύντομων- πεζών επικεντρώνεται στο πετυχημένο στήσιμο των χώρων στους οποίους κινούνται οι ήρωες. Οι κινηματογραφικής ταχύτητας περιγραφές δεν επιτρέπουν στην συγγραφέα να εμβαθύνει στα θέματά της και αφήνουν στον αναγνώστη --με ελάχιστες εξαιρέσεις-- την αίσθηση του ανολοκλήρωτου.



Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Αλέξης Πανσέληνος, Σκοτεινές επιγραφές


Αλέξης Πανσέληνος, Σκοτεινές επιγραφές, Μεταίχμιο, 2011.

Το μυθιστόρημα του Αλέξη Πανσέληνου Σκοτεινές επιγραφές, είναι ένα βιβλίο για την μοναξιά της ύπαρξης, τα γηρατειά, τη φιλία, την απώλεια και τον τρόπο που λειτουργεί η μνήμη. Είναι ακόμα μια περιήγηση στην πόλη που μεγάλωσε και ζει ο πρωταγωνιστής, την Αθήνα. Οι γειτονιές της πόλης, που έχει κυρίαρχο ρόλο στην ιστορία μας, παρουσιάζονται χωρίς ωραιοποίηση, με λεπτομέρειες όμως που κάποιες στιγμές γίνονται κουραστικές.

Οι τρεις βασικοί ήρωες, Ο Γιάννης, ο Στάθης κι ο Πίπης, δεν έχουν τίποτα ηρωικό, είναι απλοί άνθρωποι στην τρίτη ηλικία, γεμάτοι αδυναμίες, ελαττώματα, ήττες, λάθη και πάθη. Είναι ενδιαφέρον και όχι τόσο συνηθισμένο, τουλάχιστον στην εγχώρια λογοτεχνία, ότι ο αναγνώστης παρακολουθεί την πορεία χαρακτήρων που έχουν περάσει τη μέση ηλικία και οι οποίοι δεν παρουσιάζονται με τους συνήθεις στερεοτυπικούς τρόπους που η σύγχρονη τέχνη τους επιφυλάσσει (ο γκρινιάρης ή ο σοφός ηλικιωμένος) αλλά με όλα τα ενδιαφέροντα, τις ορέξεις, τις εμμονές, και τις ερωτικές επιθυμίες που τους κατακλύζουν. Γύρω τους περιελίσσονται πολλοί σημαντικοί ή λιγότερο σημαντικοί και ενδιαφέροντες για την εξέλιξη της υπόθεσης χαρακτήρες που, ωστόσο πάντα πειστικά δοσμένοι, δημιουργούν μία πληθωρική αφήγηση.

Κεντρικό θέμα του μυθιστορήματος η μοναξιά του Γιάννη μετά το θάνατο της γυναίκας του --που δίνεται με τρυφερό αλλά απόλυτα ρεαλιστικό τρόπο, δίχως περιττούς μελοδραματισμούς--, ώσπου ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι ο συγγραφέας επιθυμεί να μιλήσει για την μοναξιά του ανθρώπινου είδους γενικότερα, την δυσκολία, ακόμα και αδυναμία επικοινωνίας με τους άλλους που ουσιαστικά διαρκεί από την αρχή ως το τέλος της ύπαρξης. Ο Γιάννης είναι μόνος τώρα, αλλά υπήρξε μόνος κι απροσπέλαστος ακόμα και όταν συμβίωνε με την σύντροφό του.

Η υπόθεση μυστηρίου που εκτυλίσσεται παράλληλα και που, μάλλον προβλέψιμα, προς το τέλος του βιβλίου γίνεται θρίλερ, έχει ενδιαφέρον κυρίως επειδή συνδέει αριστοτεχνικά πολλά, άσχετα εκ πρώτης όψεως γεγονότα και πρόσωπα μεταξύ τους σε ένα ατελείωτο γαϊτανάκι αλληλοεμπλεκόμενων ιστοριών κι επεισοδίων. Σε αντίθεση με την αρχική εντύπωση ότι όλα στη ζωή συμβαίνουν δίχως ιδιαίτερο λόγο, όσο προχωρά η εξιστόρηση φαίνεται πως τίποτα τελικά δεν είναι τυχαίο, ή ασύνδετο με τον χαρακτήρα, τις προσωπικές επιλογές, και την στάση ζωής μας -ούτε ο ίδιος μας ο θάνατος.

Ένα βιβλίο καλογραμμένο, από κάποιον που γνωρίζει άριστα τους ήρωές του και τους αποδίδει με εξαιρετική ενάργεια, οι Σκοτεινές επιγραφές θα ήταν πιστεύω από τα κορυφαία μυθιστορήματα της πρόσφατης παραγωγής αν η πληθωρικότητα των επιμέρους ιστοριών δεν οδηγούσε εντέλει στην απώλεια της σαφούς εστίασης που ο συγγραφέας θα μπορούσε να διασφαλίσει μέσω μιας βραχύτερης αφήγησης, δομημένης γύρω από τους εξαιρετικά ενδιαφέροντες κεντρικούς χαρακτήρες.

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

Ζυράννα Ζατέλη, Ηδονή στον κρόταφο


Ζυράννα Ζατέλη, Ηδονή στον κρόταφο, Καστανιώτης, 2011


Η Ζυράννα Ζατέλη δεν χρειάζεται συστάσεις. Τα βιβλία της όμως;

Η απόσταση που χωρίζει την Περσινή αρραβωνιαστικιά από την Ηδονή στον κρόταφο είναι πλέον μεγάλη - και όχι μόνο χρονικά. Θυμάμαι πως, αρκετά χρόνια μετά το εξαιρετικό Και με το φως του λύκου επανέρχονται, η χαρά με την οποία είδα στο βιβλιοπωλείο La Hune τη γαλλική έκδοση του ιδιότυπου βιβλίου Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους Ι, έδωσε σύντομα τη θέση της στην απογοήτευση. Το πρωτότυπο στην σύλληψή του και καλογραμμένο -αν και σε κάποια σημεία γλωσσικά επιτηδευμένο- κείμενο της Ζατέλη, με κούρασε με την μονοθεματικότητά του, και την αδυναμία εξέλιξης της πλοκής η οποία περιελίσσεται στον εαυτό της.

Μου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι πρόκειται για δημιουργό που αντιμετωπίζει τη λογοτεχνία ως ιδιωτική υπόθεση, η οποία δεν απευθύνεται στον αναγνώστη, αλλά αποτελεί εσωτερική άσκηση με αποδέκτη την ίδια κι ίσως τον ψυχαναλυτή της. Για μεγάλο διάστημα δεν αιστάνθηκα την επιθυμία να διαβάσω κάποιο από τα έργα της.

Η πρόσφατη δημοσίευση της συλλογής σύντομων κειμένων ήταν μια καλή αφορμή για να επιστρέψω στη δουλειά της Ζατέλη, ελπίζοντας ότι η αδιαμφισβήτητη εκφραστική της δεξιότητα, θα έβρισκε το απαραίτητο μέτρο στην οικονομία της μικρής φόρμας. Διαπίστωσα ότι παρά την φαινομενική ποικιλία τους, τα κείμενα που συνθέτουν την Ηδονή στον κρόταφο έχουν ως θέμα τους την ίδια την συγγραφέα: την καθημερινότητα, τις προτιμήσεις, τις έξεις, και κάποια γεγονότα από το παρελθόν της. Η εαυτο-αναφορικότητα ενός κειμένου δεν είναι απαραίτητα κάτι αρνητικό - αν γίνεται με τρόπο που να κινεί τα αισθήματα και το νου του αναγνώστη, αν δίνει έρεισμα σε σκέψεις πρωτότυπες ή που ξεφεύγουν από την πεπατημένη, αν, τέλος πάντων, έχει κάτι ουσιαστικό να επικοινωνήσει σε όποιον τα διαβάζει.

Χωρίς αμφιβολία, το να μιλάει κάποιος με ειλικρίνεια για τη ζωή του, μπορεί να είναι σημαντικό. Ωστόσο, αυτό που προσδίδει λογοτεχνική αξία σε αυτό το τόσο ιδιαίτερο και απαιτητικό θέμα, είναι ο τρόπος με τον οποίο το χειρίζεται συγγραφικά.

Σε αυτό το βιβλίο, οι αναγνώστες καλούνται να επιδείξουν ενδιαφέρον για διάφορα συμβάντα που αντλούν την όποια σημασία τους μόνο από το γεγονός ότι αφορούν την συγγραφέα. Αν είστε πιστός οπαδός της Ζατέλη, όχι χάρη στο λογοτεχνικό της έργο, αλλά λόγω της προσωπικότητας- ή της περσόνας που έχει επινοήσει-, τότε σε αυτό το βιβλίο θα βρείτε πολλές λεπτομέρειες για διάφορα περιστατικά, που ως ένα βαθμό θα ικανοποιήσουν την περιέργειά σας, δίχως να καταλυθεί ο μύθος της Ζυράννας. Αν όμως εκτιμάτε την Ζατέλη για τη λογοτεχνική της ικανότητα τότε είναι νομίζω ελάχιστα όσα θα σας συγκινήσουν σε τούτο το εγω-κεντρικό και μάλλον αβαθές βιβλίο.