Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αργυρώ Μαντόγλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αργυρώ Μαντόγλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Ιουλίου 2017

Αργυρώ Μαντόγλου, Σώμα στη Βιτρίνα

Αργυρώ Μαντόγλου, Σώμα στη Βιτρίνα  (Μεταίχμιο) 

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου ‘Σώμα στη Βιτρίνα’,  διαβάζω ότι πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα και μεταφυσικό θρίλερ που εκτυλίσσεται στο Άμστερνταμ. Στο πρώτο πλάνο της ιστορίας βρίσκονται η Νατάσσα,  μια νεαρή που εργάζεται ως ιερόδουλη πίσω από την βιτρίνα στην κόκκινη συνοικία της πόλης, ο Άγγελος, που επισκέπτεται από την Ελλάδα, και η Έλσα, μια συγγραφέας που έχει περάσει τα σαράντα – ο λιγότερο σκοτεινός μα και λιγότερο ενδιαφέρων μυθιστορηματικά χαρακτήρας.

Στα προτερήματα του βιβλίου θα πρέπει να σημειώσουμε καταρχάς τη γλώσσα του, που είναι προσεγμένη και καλοδουλεμένη. Η συγγραφέας έχει κάνει έρευνα για τις λεπτομέρειες του βίου των ιστορικών προσώπων που αναφέρει, κάτι που είναι σίγουρα θετικό. Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει, επίσης, στον χαρακτήρα της  Έλσε Κρίστενς -υπαρκτό πρόσωπο που απαγχονίστηκε το 1664 στο Άμστερνταμ- καθώς ο τρόπος που αναπλάθει η συγγραφέας την ιστορία της συνιστά το πιο καλογραμμένο και αφηγηματικά άρτιο τμήμα του βιβλίου.

Συνολικά, όμως, το κείμενο μου προκάλεσε την εντύπωση ότι κάπου είχα ξαναδιαβάσει για όλα αυτά, μία αίσθηση που στο παρελθόν είχα και για άλλα βιβλία της Αργυρώς Μαντόγλου. Ο νους μου πήγε σε πεζογράφους που γνωρίζουν παγκόσμια επιτυχία, και οι οποίοι έχουν ασχοληθεί με το ιστορικό μυθιστόρημα, όπως η Ντόνα Ταρτ και ο Λεονάρδο Παδούρα. Θεματικά, τουλάχιστον, μπορεί να δημιουργηθεί μια αίσθηση οικεότητας στον έμπειρο αναγνώστη.

Αν και οι βασικοί χαρακτήρες είναι τρεις, συχνά η ιδιαιτερότητα της κάθε φωνής υποχωρεί και ο αναγνώστης δεν αντιλαμβάνεται αν δεν ελέγξει τον τίτλο του κεφαλαίου ποιος είναι ο εκάστοτε αφηγητής. Επιπλέον, η διαρκής εναλλαγή προσώπων μπορεί να κουράσει γιατί έχουμε απλή παράθεση πληροφοριών και στοιχείων για το παρελθόν τους, αντί για εμβάθυνση στην ψυχοσύνθεσή τους. 

Το κείμενο της Μαντόγλου χαρακτηρίζει επίσης ένας διδακτισμός αναφορικά με τις σχέσεις των φύλων, ο οποίος  τείνει, κατά την άποψή μου, προς ένα συντηρητισμό που υποβοηθάται από διάφορα κλισέ για το τι σημαίνει να είσαι γυναίκα και τι άντρας. 

Το δε μυστήριο της ιστορίας δεν διατηρείται για πολύ, εφόσον μάλλον εύκολα γίνονται αντιληπτές οι σκοτεινές πράξεις των ηρώων – πράξεις των οποίων η αποκάλυψη υποτίθεται ότι θα ενέτεινε την αναγνωστική ένταση και αγωνία. Το αποτέλεσμα είναι να μην υπάρχουν κορυφώσεις, αλλά απλώς να επιβεβαιώνονται οι υποψίες του αναγνώστη.

Το σημαντικότερο όμως, κατά τη γνώμη μου, πρόβλημα του μυθιστορήματος –‘Σώμα στην Βιτρίνα’  σε αντίθεση με ό,τι υπόσχεται ο τίτλος του – είναι η απουσία  του βιωματικού σώματος από την ιστορία. Οι περιγραφές των σεξουαλικών συνευρέσεων της ιερόδουλης με τους πελάτες είναι ελάχιστες και περιορίζονται κυρίως σε ηθικιστικές διαπιστώσεις για το τι είδους άντρες καταλήγουν στους οίκους ανοχής, και που οφείλονται τα βίτσια και οι προτιμήσεις τους. 

Το ωμό σεξ, το πάθος, η σωματικότητα της επαφής, οι ψυχικές ανάγκες κι οι ορμές της κεντρικής ηρωίδας, είναι σχεδόν ανύπαρκτα. Οι ερωτικές επαφές αφορούν περισσότερο την Έλσα, και είναι ανολοκλήρωτες κι ανιαρές καθώς αναπαράγουν ρομαντικά στερεότυπα. Δυστυχώς, η δική μου αναγνωστική εντύπωση ήταν ότι το σώμα της πρωταγωνίστριας, το σώμα της γυναίκας, παραμένει τελικά βουβό στο μεγαλύτερο μέρος του κειμένου της Μαντόγλου. 

Ένα βιβλίο με ενδιαφέρον θέμα, βασισμένο σε σοβαρή έρευνα, αλλά ελλιπές ως προς την αφηγηματική ένταση που μπορεί να παράσχει η εμβάθυνση στο ψυχικό και σωματικό πεδίο συνάντησης των χαρακτήρων.

Κυριακή 6 Ιουλίου 2014

Αργυρώ Μαντόγλου: Λευκή Ρεβάνς



Αργυρώ Μαντόγλου, Λευκή Ρεβάνς (Ψυχογιός)


Η Αργυρώ Μαντόγλου δεν είναι η μόνη Ελληνίδα συγγραφέας που ζήλεψε τη δόξα της Π. Ντ. Τζέιμς, ή της Ρουθ Ρέντελ. Τα τελευταία χρόνια έχουμε γίνει μάρτυρες και άλλων προσπαθειών να εδραιωθεί και στη χώρα μας το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα στα πρότυπα του αγγλοσαξωνικού γένους, δυστυχώς με μικρή -λογοτεχνική- επιτυχία. 

Το πρόβλημα είναι ότι ακόμα κι όταν η γλώσσα είναι προσεγμένη, τα περισσότερα από αυτά τα βιβλία δεν έχουν την σφικτή δομή που είναι απαραίτητη για την διασφάλιση της επιτυχίας ενός αστυνομικού μυθιστορήματος. Επιπλέον βασίζονται σε συνταγές, συχνά αδέξια προσαρμοσμένες στην ελληνική πραγματικότητα. 

Η Λευκή Ρεβάνς της Μαντόγλου δεν αποτελεί εξαίρεση. Η ιστορία του βιβλίου στηρίζεται σε ένα ποτ πουρί θεμάτων που τις τελευταίες δεκαετίες έχουν εισχωρήσει από τις κοινωνικές επιστήμες στην ποπ κουλτούρα των αγγλοσαξωνικών χωρών: ο φεμινισμός κι η γυναικεία χειραφέτηση, ο ανταγωνισμός των φύλων, οι ακραίοι πειραματισμοί της πλαστικής χειρουργικής και μία σειρά από άλλα “must” του είδους: ο πανέμορφος δολοφόνος της ιστορίας που χρησιμοποιεί τη γοητεία του για να προσελκύσει τα θύματά του - γνωστό κινηματογραφικό μοτίβο -, η απελπισία της όμορφης ηρωίδας που γερνάει, η γυναικεία αλληλεγγύη που συμβάλει στη λύση στο τέλος του μυθιστορήματος. 

Το βιβλίο παρέχει αρκετές εξηγήσεις για τα όσα συμβαίνουν, δίχως όμως να φωτίζονται τα κίνητρα των ηρώων με τρόπο που να αναδεικνύεται πώς οι πράξεις τους αποτελούν φυσικό επακόλουθο του χαρακτήρα τους - όπως θα συνέβαινε, λόγου χάριν, με ένα αστυνομικό της Ρέντελ.


Παρόλο που το βιβλίο έχει ενδιαφέρουσες στιγμές, και η γραφή του είναι καλά δουλεμένη, οι μακρόσυρτες περιγραφές, κι η απουσία γνησιότητας που δημιουργεί την εντύπωση ότι κάπου τα έχουμε ήδη διαβάσει ή δει όλα αυτά, κάνει την αφήγηση κουραστική, ακυρώνοντας το σασπένς, κάτι που μόνο επιζήμιο μπορεί να είναι για μία αστυνομική ιστορία.