Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Σώτη Τριανταφύλλου, για την αγάπη της γεωμετρίας


Σώτη Τριανταφύλλου, για την αγάπη της γεωμετρίας, Πατάκης 2011.

Είναι ενδιαφέρον πώς κάποιες φορές η αντίληψη του αναγνώστη για ό,τι διάβασε βρίσκεται σε σαφή διάσταση με την ερμηνεία που ο συγγραφέας δίνει στο έργο του. Είτε πρόκειται για τον πυρήνα της υπόθεσης, είτε για τα κίνητρα που καθορίζουν τις πράξεις των ηρώων, οι δηλώσεις του συγγραφέα μπορεί να μην συνάδουν με τα όσα παρουσιάζονται στις σελίδες του βιβλίου του, τουλάχιστον όπως αυτά εμφανίζονται από την σκοπιά του αναγνώστη.

Στον Επίλογο του βιβλίου η Τριανταφύλλου επιχειρεί να δώσει το κλειδί ερμηνείας του κειμένου της, δηλώνοντας ότι πρόκειται για την ιστορία μιας κοπέλας ερωτευμένης με την επιστήμη. Εκείνο που διάβασα εγώ όμως ήταν μια ιστορία αμοιβαίου μίσους του πατέρα προς της κόρη, της κόρης προς τη μάνα -η οποία μισεί επίσης τον εαυτό της-, των κομμουνιστών προς τους δεξιούς και το αντίστροφο, αλλά, ακόμη εντονότερα, αντίπαλων κομμουνιστικών φατριών μεταξύ τους, της ηρωίδας Ανατολής προς τον άντρα της τον Μιχάλη και βεβαίως του Μιχάλη προς την Ανατολή. Πυρήνας του έργου, κατ’ εμέ, δεν είναι, όπως δηλώνεται στον Επίλογο, «μια ερωτική ιστορία που τώρα έχει τελειώσει», αλλά κάτι πολύ διαφορετικό -και νομίζω πολύ πιο ενδιαφέρον: η ιστορία κακοποίησης μιας κοπέλας από αυτόν που τυπικά οφείλει να την προστατεύει -αρχικά τον πατέρα, και κατόπιν τον σύζυγό της. Η κακοποίηση αυτή δεν παρουσιάζεται σαν κάτι εξωπραγματικό δοσμένο με υπερβολές που θα άμβλυναν την σημασία της, αλλά ως μέρος της καθημερινότητας των χαρακτήρων - κι αυτό είναι που κάνει ακόμη πιο τραγική και αδιέξοδη τη θέση της ηρωίδας.

Η Ανατολή, κεντρική ηρωίδα της ιστορίας, εμφανίζεται ως μία πολλά υποσχόμενη, χαρισματική κοπέλα, ίσως γιατί η συγγραφέας θέλει να την συστήσει σαν μία δυναμική παρουσία, με ανεξάρτητη, ώριμη σκέψη, που δεν διστάζει να έρθει σε αντιπαράθεση με την πατρική εξουσία. Στο τέλος του βιβλίου, όμως, -και σε αντίθεση ίσως με τις προθέσεις της συγγραφέως- η μεσήλικη πια Ανατολή προκαλεί τον οίκτο του αναγνώστη με την ανικανότητά της να φροντίσει τον ίδιο της τον εαυτό και να συνδεθεί συναισθηματικά με τους άλλους. Καθηλωμένη για πάντα στην περίοδο της εφηβείας -με τα βιβλία και τους δίσκους που της κρατούσαν συντροφιά ενώ μεγάλωνε στο πατρικό της σπίτι- κι αποφασισμένη να μην κάνει μόνιμες σχέσεις ή οικογένεια, όχι ως μέρος μιας συνειδητής στάσης ζωής, αλλά προφανώς ως αποτέλεσμα της κακοποίησης που έχει υποστεί, καταλήγει μία μορφή που απωθεί και θλίβει τον αναγνώστη.

Όσον αφορά την τεχνική του μυθιστορήματος, απορία μου προκάλεσε η παρουσία δύο αφηγηματικών φωνών --της Ανατολής (σε πρώτο πρόσωπο) και της συγγραφέως (σε τρίτο πρόσωπο)-- εφόσον και οι δύο έχουν την ίδια οπτική για τα γεγονότα, χωρίς καμία διάσταση μεταξύ τους, κι εφόσον βλέπουν τους λοιπούς χαρακτήρες και την εξέλιξη της ιστορίας με τον ίδιο απαρέγκλιτο τρόπο. Προσπαθεί άραγε η συγγραφέας να δείξει ότι ταυτίζεται με την ηρωίδα, ή απλώς αποτυγχάνει να ενεργοποιήσει μια ενδιαφέρουσα αφηγηματική στρατηγική;

Η γλώσσα του βιβλίου, αν και γενικά σύγχρονη και λειτουργική, ενέχει φράσεις οι οποίες ηχούν παράταιρες, μάλλον επειδή αποτελούν μηχανικές μεταφορές ξενόγλωσσων εκφράσεων. Και φυσικά δεν αναφέρομαι στα ίδια τα παραδείγματα που η συγγραφέας δίνει ως μέρος της πλοκής, αλλά σε τριτοπρόσωπες εκφράσεις οι οποίες απλά υποδηλώνουν ανεπεξέργαστο το αγγλικό τους αντίστοιχο, όπως «ήταν εκείνο το είδος του αντρικού χαρακτήρα» και «είχε ένα είδος υπευθυνότητας» (σελ. 189) -μεταφέροντας προφανώς την καθομιλουμένη έκφραση της αγγλικής «it was the kind of...». «ο Μιχάλης φορούσε τις πεποιθήσεις του σαν φτερό στο καπέλο του» (σελ. 190) «... like a feather in his hat.»

Τέλος, η σωρεία περιγραφών μάλλον ασήμαντων λεπτομερειών, καθώς και οι πολυάριθμες αναφορές σε δίσκους, ονόματα συγκροτημάτων, και τίτλους βιβλίων, εντείνουν (για μένα) την αναγνωστική κόπωση. Να τονίσω ωστόσο ότι ο χαρακτήρας της Ανατολής είναι πειστικά δοσμένος κι ολοκληρωμένος, αποτελώντας το δυνατό στοιχείο του βιβλίου.

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Εύα Στάμου, Εθισμός


Εύα Στάμου, Εθισμός, Εκδόσεις Μελάνι 2011


Ο εθισμός στη λογοτεχνία δεν χρειάζεται αντίδοτο, αλλά ισχυρή δόση από καλά βιβλία όπως το μυθιστόρημα της Εύας Στάμου.

Με κάθε νέο βιβλίο της η Στάμου δοκιμάζει διαφορετικές εκδοχές της αφηγηματικής λειτουργίας, διατηρώντας ορισμένες λογοτεχνικές σταθερές: την πυκνότητα των ψυχικών διεργασιών που εκτυλίσσονται στην κάθε σελίδα, την ακρίβεια της έκφρασης, τη σοβαρή, ενίοτε δεικτική, μα ουδέποτε σοβαροφανή αποτύπωση του σωματικού βιώματος, και -όπως έχει παρατηρηθεί από άλλους κριτικούς- την στοχαστικότητα με την οποία χειρίζεται τα θέματά της.

Ο Εθισμός είναι ένα μυθιστόρημα γραμμένο από συγγραφέα που πλάθει γεγονότα με εξαιρετική άνεση, φωτίζοντας το κάθε στιγμιότυπο από διαφορετικές κι απροσδόκητες γωνίες, αποδίδοντας εύστοχα τις αλλεπάλληλες ανατροπές στη ζωή ατόμων που οι υποτιθέμενα ριζοσπαστικές επιλογές τους οδηγούν με ακρίβεια στο να μην αλλάζει τίποτα.

Το μυθιστόρημα εστιάζει στο σημείο συνάντησης δύο αλληλο(δια)πλεκόμενων πεδίων: τον κόσμο των εκδόσεων και του θεάτρου. Μυθιστορήματα για χώρους όπου κινούνται οι συγγραφείς δεν είναι σπάνια -αυτό που είναι σπάνιο, και ξεχωρίζει τον Εθισμό από ανάλογες απόπειρες, είναι ότι ο λόγος του δεν είναι καταγγελτικός αλλά διεισδυτικός, αναδεικνύοντας το σκεπτικό, τις εμμονές και τις προσδοκίες που κινητοποιούν τους χαρακτήρες του βιβλίου.

Τρία σημεία βρήκα πολύ ενδιαφέροντα. Το πρώτο είναι πως -σε αντίθεση με αρκετά βιβλία παρόμοιας θεματικής που αναλώνονται σε μια ισοπεδωτική γελοιοποίηση των πάντων- η ειρωνεία στον Εθισμό δεν είναι πρόδηλη και κακεντρεχής αλλά ευφυής και δηκτική, εξυπηρετώντας αρχικά το λογοτεχνικό χτίσιμο των χαρακτήρων και κατόπιν την εσωτερική τους υπονόμευση.

Το δεύτερο, είναι ο τρόπος που η Στάμου χειρίζεται την πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Ένας λιγότερο καλός συγγραφέας, προκειμένου να μας πείσει ότι σε κάθε κεφάλαιο μιλά ένας άλλος ήρωας, θα κατέφευγε ανά περίπτωση σε διαφορετικά κλισέ, δίνοντας στον έναν φτιαχτό λεξιλόγιο από όρους του συρμού, στον άλλο ομιλητή ύφος λογιοτατισμού, στον τρίτο μια παρωχημένη λαϊκή φρασεολογία, και πάει λέγοντας. Τίποτα από αυτά τα ενοχλητικά και επίπλαστα δεν συνάντησα στον Εθισμό. Η Στάμου έχει καλό «αυτί»: αποδίδει στον κάθε ήρωα και στην κάθε ηρωίδα τη δική τους φωνή, αναδεικνύοντας λογοτεχνικά την ετερότητα του κάθε προσώπου. Ακόμα και ο ήρωας που εμφανίζει κάποια στιγμή έντονη ψυχική διαταραχή, παρουσιάζεται με τρόπο που, αντί να δαιμονοποιεί, κάνει κατανοητή την εσωτερική του -διαστρεβλωμένη- «λογική».

Τρίτον: το σεξ, όπου εμφανίζεται, δεν είναι ένα τρικ για να προκαλέσει την άμεση ικανοποίηση της περιέργειας, ή να διασφαλίσει το επιφανειακό ενδιαφέρον του αναγνώστη, αλλά ο άξονας γύρω από τον οποίο στρέφεται η σχέση τού κάθε μυθιστορηματικού χαρακτήρα με τον εαυτό του. Οι περιγραφές καθεαυτό ερωτικών σκηνών είναι ευθείς και ακριβείς -όμως η λειτουργία της επαφής που το κάθε άτομο έχει με το σώμα του αποδεικνύεται καταλυτική για την εξέλιξη της πλοκής.

Δύο στοιχεία μου προκάλεσαν απορία. Το πρώτο είναι ότι το μυθιστόρημα δεν έχει «καλούς ήρωες». Κανένα από τα πρόσωπα του βιβλίου δεν είναι εντελώς ανίδεο ή άμοιρο ευθυνών για τα όσα διαδραματίζονται στο περιβάλλον του -αν διαφέρουν σε κάτι είναι ο βαθμός συνειδητοποίησης των λόγων που κινούν την ιστορία, αλλά και το κατά πόσο είναι έτοιμα να αντιμετωπίσουν χρόνιες αυταπάτες τους. Αφενός αυτό κάνει τους χαρακτήρες του βιβλίου απόλυτα πειστικούς (και ανησυχητικά οικείους). Αφετέρου, δεν προσφέρει στον αναγνώστη την δίοδο ταύτισης με τον «καλό», «αθώο» ή «παρεξηγημένο» ήρωα που χρησιμοποιείται κατά κόρον από σύγχρονους μυθιστοριογράφους -- πιθανόν όμως η συγγραφέας να αποφεύγει συνειδητά τούτη την πεπατημένη οδό. Οι έμπειροι αναγνώστες μπορεί να το βρουν αυτό θετικό - αρκετούς όμως ίσως και να τους ξενίσει.

Το έτερο στοιχείο που με έκανε, για λίγο, να ανησυχήσω προσωπικά είναι ότι στο μυθιστόρημα διαβάζουμε για διάφορους χαρακτήρες από το χώρο του βιβλίου, πλην των... βιβλιοκριτικών. Σκέφτηκα όμως ότι η απουσία αυτή μπορεί να αιτιολογείται σε ένα βιβλίο με τίτλο Εθισμός : είναι γνωστόν τοις πάσι ότι συγγραφείς και βιβλιοκριτικοί, ως αμιγώς πνευματικά όντα, ουδεμία σχέση έχουν με επιβλαβείς συνήθειες!

Το βέβαιο πάντως είναι ότι είχα καιρό να κλείσω ένα μυθιστόρημα νιώθοντας τόσο αισιόδοξος για τις προοπτικές της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας.

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Έρση Σωτηροπούλου, Να νιώθεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα


Έρση Σωτηροπούλου, Να νιώθεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα, Πατάκης, 2011.

Το καλαίσθητο εξώφυλλο της νέας συλλογής διηγημάτων της Σωτηροπούλου προδιαθέτει θετικά τον αναγνώστη. Τα διηγήματα ωστόσο ποικίλουν αρκετά ως προς τη λογοτεχνική τους αξία. Η πλέον άρτια και ικανής έκτασης ιστορία του βιβλίου είναι η «Κυριακή θεού στο Άμστερνταμ», όπου οι ήρωες ζωντανεύουν μέσω μιας καλοδουλεμένης, πειστικά ολοκληρωμένης πλοκής, καθώς τα γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο με φυσικό ρυθμό οδηγώντας το διήγημα σε ένα επιτυχημένο τέλος.

Δεν ισχύει όμως το ίδιο για όλες τις ιστορίες, ακόμα και για αυτές όπου η κεντρική ηρωίδα χάρη στα ιδιαίτερα γνωρίσματά της κινεί προς στιγμήν το έντονο ενδιαφέρον του αναγνώστη («Μάτια μέσα στη νύχτα»). Ένα διήγημα ενέχει ευφυή ανατροπή («Ακόμη και στον παράδεισο κάποιος μπλοφάρει»), ενώ στα περισσότερα απουσιάζει όχι μόνο η κορύφωση, αλλά και οι μικρές έστω εξωτερικές ή εσωτερικές ανατροπές που είναι απαραίτητες στην μικρή φόρμα.

Αν και όλες σχεδόν οι ιστορίες περιλαμβάνουν παραγράφους που ξεχωρίζουν λόγω της ικανότητας της συγγραφέως να κατευθύνει την προσοχή μας σε άδηλες αλλά εξαιρετικά σημαίνουσες λεπτομέρειες της ανθρώπινης φύσης, συνήθως το αφηγηματικό αποτέλεσμα ακυρώνεται, είτε από την αδυναμία ολοκλήρωσης που αφήνει τον αναγνώστη μετέωρο («Λοιπόν, σας αρέσει η λογοτεχνία;») είτε από ένα όχι δύσκολα προβλέψιμο τέλος («Στο φωτεινό δωμάτιο»).

Δεν γνωρίζω αν είναι εσωτερική ανάγκη ή εξωγενείς πιέσεις που ωθούν καταξιωμένους συγγραφείς να δίνουν προς δημοσίευση κείμενα που δεν συνθέτουν απαραίτητα ένα ολοκληρωμένο βιβλίο. Η απορία αυτή εγείρεται κυρίως όταν διαβάζω συλλογές διηγημάτων, κάποια από τα οποία ίσως έπρεπε να μείνουν στο συρτάρι του συγγραφέα, ή να έχουν αναπτυχθεί περισσότερο, ώστε να μην μοιάζουν με προσχέδια πολλά υποσχόμενων κειμένων.

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Περιπολών περί πολλών τυρβάζω


Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Περιπολών περί πολλών τυρβάζω (Πατάκης, 2011)

Ο Σκαμπαρδώνης είναι εξαιρετικός αφηγητής περιστατικών, τα οποία, αρκετές φορές, συνθέτουν άρτια διηγήματα. Το συγγραφικό του βλέμμα διαπερνά τον κόσμο των αισθήσεων και της φαντασίας, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερο αφηγηματικό σύμπαν όπου μικρές λεπτομέρειες εκτινάσσουν προς διάφορες κατευθύνσεις την πλοκή των γεγονότων.

Αν και τα διηγήματα είναι αυτοτελή, το βιβλίο πάλλεται από κοινά αφηγηματικά ρεύματα, είτε λόγω της χωρικής ταυτότητας -καθόσον οι περισσότερες ιστορίες εκτυλίσσονται εις, ή περί, την Θεσσαλονίκη- είτε λόγω της χρονικής συνέχειας -όπου οι συχνές μεταβάσεις μεταξύ παιδικής, εφηβικής και ώριμης ηλικίας, υφαίνουν τον θυμικό βίο των ηρώων.

Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι όλα τα διηγήματα εξίσου λειτουργικά. Στα καλύτερα, η διήγηση απορροφά τον αναγνώστη, οδηγώντας τον -δίχως κι ο ίδιος να καταλαβαίνει πώς- σε ένα σημείο θέασης απ’ όπου η μαγεία που εμπεριέχουν τα πλέον απλά, καθημερινά πράγματα, εμφανίζεται με ζηλευτή πειστικότητα (όπως στο εξαιρετικό «Συνταγή λουκουμιών»).

Σε κάποια άλλα, ένα περιστατικό που εμφανίζεται σε πρώτο πλάνο ολοκληρώνεται έξοχα ως τη μέση περίπου του διηγήματος, αφήνοντας στις επόμενες σελίδες τον αναγνώστη κάπως μετέωρο ως την διατύπωση του, μάλλον αναμενόμενου, τέλους (βλ. «Έργο τέχνης»).

Ορισμένα, τέλος, μοιάζουν να υπολείπονται απώτερου νοήματος, πέραν της άσκησης της περιγραφικής δεξιότητας του συγγραφέα - όπως με το «Δυο κιλά ζαβογαρίδες», στο οποίο ο αναγνώστης προσκαλείται σε μια πανδαισία οπτικών, οσφρητικών, κι ηχητικών εντυπώσεων, όπου τα όσα δραματικά ή κωμικά τεκταίνονται στη κάθε σελίδα διαμορφώνουν μια επίπεδη, δίχως συναισθηματικές κορυφώσεις, ιστορία.

Μια συλλογή είκοσι έξι διηγημάτων από την πένα του Σκαμπαρδώνη, είναι απίθανο να μην περιέχει κείμενα που θα ικανοποιήσουν τους οπαδούς της μικρής φόρμας: ακόμη κι αν δεν βρουν και τις είκοσι έξι ιστορίες του γούστου τους, είναι αδύνατο να μην θαυμάσουν την μαεστρία του συγγραφέα.

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Νίκος Παναγιωτόπουλος, Τα παιδιά του Κάιν


Νίκος Παναγιωτόπουλος, Τα παιδιά του Κάιν, Μεταίχμιο, 2011.


Περίμενα το νέο βιβλίο του Νίκου Παναγιωτόπουλου με μεγάλο ενδιαφέρον. Το αναζήτησα αρχικά στο κεντρικό βιβλιοπωλείο του Ελευθερουδάκη, όπου αρκετές ημέρες μετά την κυκλοφορία του μου είπαν ότι δεν το είχαν φέρει ακόμη. Στάθηκα τυχερός σε ένα συνοικιακό βιβλιοπωλείο των βορείων προαστίων, αφού χρειάστηκε να σηκώσω με τη βοήθεια του υπάλληλου μία ντάνα με ‘Δημουλίδου’, ώστε να ανασύρω Τα παιδιά του Κάιν κι ένα βιβλίο της Σωτηροπούλου.

Άρχισα να διαβάζω το βιβλίο σ’ ένα διπλανό cafe, ρουφώντας τα πρώτα κεφάλαια, τόσο για την ποιότητα της γραφής τους, όσο και για την ιστορία που το βιβλίο υπόσχεται ότι θα ξεδιπλώσει. Η περιγραφή των γεγονότων καλύπτει τρεις δεκαετίες, στην διάρκεια των οποίων θα ανατραπούν δεδομένα, όχι μόνο λόγω εξωτερικών περιστάσεων ή κοινωνικό-πολιτικών αλλαγών, αλλά κυρίως λόγω του διαφορετικού τρόπου που βιώνουν οι ήρωες το πέρασμα του χρόνου. Αρκετές στιγμές μου ερχόταν στο νου το οικείο ρεφραίν του Βάρναλη «...Αχ, πού σαι, νιότη, που δειχνες πως θα γινόμουν άλλος!». Είναι νομίζω χαρακτηριστικό σημερινών πενηντάρηδων να νιώθουν μια ιδιαίτερη απογοήτευση για τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία -όχι απαραίτητα επειδή όλα για όλους είναι τόσο άσχημα, αλλά διότι οι προσδοκίες και τα όνειρα εκείνης της γενιάς δύσκολα θα μπορούσαν να βρουν μια ευτυχή πραγμάτωση μόλις έρχονταν σε επαφή με την καθημερινότητα.

Ο Παναγιωτόπουλος μας δίνει ένα κείμενο συνειδητά αυτο-αναφορικό, καθόσον πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που αφηγείται, μεταξύ άλλων, τον τρόπο που γράφεται, αποκαλύπτοντας (ως ένα βαθμό), το παιχνίδι του συγγραφέα με τον αναγνώστη. Υιοθετεί μάλιστα μια τεχνική σεναρίου ώστε να δημιουργήσει και να διατηρήσει το αναγνωστικό ενδιαφέρον: την τεχνική αυτή όμως ο συγγραφέας δεν την εφαρμόζει μηχανικά, αλλά επιχειρεί να την υπονομεύσει εκ των έσω, αναβάλλοντας την επίλυση εντάσεων, και τη λύση των μικρών ή μεγάλων μυστηρίων. Εντούτοις, ο συγκεκριμένος τρόπος που χειρίζεται αυτή την τεχνική ο Παναγιωτόπουλος με άφησε ανικανοποίητο - όχι γιατί δεν δίνει οριστική απάντηση στο αφηγηματικό ερώτημα που τίθεται στο πρώτο κεφάλαιο, αλλά γιατί στην προσπάθειά του να επιτείνει την αγωνία ξεπερνά το όριο αντοχής του αναγνώστη, ο οποίος προς το τέλος του βιβλίου αρχίζει και αδιαφορεί για τα βαθύτερα κίνητρα και την τύχη των ηρώων.

Η γλώσσα, οι λεπτομερείς περιγραφές των χώρων και των κινήσεων των ηρώων, και οι εύστοχες κοινωνιολογικές παρατηρήσεις είναι οπωσδήποτε στα συν του βιβλίου-- αν και, κατά τη γνώμη μου, οι παρατηρήσεις αυτές μπορεί να λειτουργούσαν πιο αποτελεσματικά αν διαχέονταν στο κείμενο, αντί να δίνονται σε κλειστές και ενίοτε μακροσκελείς παραγράφους που ανακόπτουν τη ροή της ιστορίας. Οι ζωντανές εικόνες παρασύρουν τον αναγνώστη, ο οποίος δύσκολα θα αφήσει το βιβλίο παρά το μέγεθος και την -σε κάποια κεφάλαια- μακρηγορία του συγγραφέα. Η σύλληψη και η παρουσίαση της ιστορίας είναι πολύ ενδιαφέρουσα - αλλά ο συγγραφέας ανοίγει πολύ το εύρος του φακού, ξεχνώντας να ζουμάρει στα ιδιαίτερα στοιχεία που θα έδιναν μεγαλύτερο βάθος στον κάθε χαρακτήρα. Σε κάποιες περιπτώσεις βασικά στοιχεία για τους ήρωες δίνονται πολύ αργά στην εξέλιξη της ιστορίας επιτείνοντας την αίσθηση ότι η ανάγκες της πλοκής φτιάχνουν τον εκάστοτε χαρακτήρα, ο οποίος μοιάζει ως εάν να μην υφίσταται έξω από την ιστορία.

Παρά τις όποιες ενστάσεις σε επιμέρους σημεία, πιστεύω ότι Τα παιδιά του Κάιν είναι ένα έργο το οποίο θα προσφέρει αναγνωστική απόλαυση σε κάθε λάτρη της σοβαρής λογοτεχνίας - και για το οποίο αξίζει να παραμερίσουμε τις ντάνες της ευπώλητης παραλογοτεχνίας.

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

Μιχάλης Φακίνος, Η έρημος έρχεται


Μιχάλης Φακίνος, Η έρημος έρχεται, Καστανιώτης, 2011.

Θραύσματα από προηγούμενες διηγήσεις του Μιχάλη Φακίνου βρίσκονται σε χημική σύνθεση που παράγει ένα ισχυρό αφηγηματικό κοκτέιλ.

Στα θετικά του βιβλίου θα πρέπει να καταχωρηθούν, πρώτον, η περιγραφική δεινότητα του συγγραφέα -κάθε πρότασή του είναι σημαίνουσα, αποδίδοντας μέσω συνεχών εναλλαγών εσωτερικής και εξωτερικής εστίασης, το ακριβές περίγραμμα των όσων συμβαίνουν, μα και τον τρόπο που, κυρίως ο αφηγητής, και δευτερευόντως οι υπόλοιποι χαρακτήρες, βιώνουν τα γεγονότα.

Δεύτερον, η σαφής αποτύπωση του κάθε περιστατικού στο οποίο εμπλέκονται οι ήρωες, επιτυγχάνοντας σε λίγες σελίδες να παρουσιάσει την εκκίνηση, ανάπτυξη, και ολοκλήρωση της εκάστοτε περιπέτειας.

Τρίτον, την ευρηματική ιδέα παρουσίασης των ηρώων ως μελών μιας ορχήστρας, συγγραφικό τέχνασμα που αφενός επιτρέπει την διαρκή μετακίνηση των ηρώων και την επαφή τους με πολύ διαφορετικά πρόσωπα, αφετέρου προσφέρεται για πλήθος νοηματικών συνδηλώσεων αφού πρόκειται --κατά την άποψή μου-- για μια ορχήστρα που υπό τη διεύθυνση ενός συγγραφέα-μαέστρου, παράγει ιδιότυπους ήχους που δίνουν σχήμα στον αεικίνητο χρόνο, ο οποίος ως θέμα διατρέχει το αφήγημα, από την αρχική σκηνή της κηδείας, που σηματοδοτεί ένα βιολογικό τέλος, ως το αφηγηματικό τέλος της ιστορίας που με την (κατ' ουσίαν, μουσική) φράση “φως-παύση-φως-παύση-φως-φως-φως-παύση...” επιχειρεί να δώσει το μέτρο, ή έστω έναν ρυθμό, στο χάος της ανθρώπινης ύπαρξης.

Οι ενστάσεις που θα διατύπωνα για το βιβλίο πηγάζουν από την κόπωση που αισθάνθηκα κάποιες στιγμές από την γραμμικότητα της αφήγησης. Ενώ κάθε επιμέρους ιστορία μπορεί να κινητοποιεί έντονα το ενδιαφέρον του αναγνώστη, η παρατακτική τους σύνδεση, σε συνάρτηση με την κοινή θυμική ατμόσφαιρα που διέπει όλα σχεδόν τα περιστατικά, δημιουργεί -σε μένα τουλάχιστον- έναν αναγνωστικό κορεσμό -χρειάστηκαν αρκετά διαλείμματα, μίας ή δύο ημερών, μεταξύ κεφαλαίων, ώστε να ολοκληρώσω ένα τόσο σύντομο μυθιστόρημα, 170 σελίδων.

Χαίρομαι πάντως που όταν θ’ αναρωτιέμαι αν υπάρχουν αυθεντικοί πεζογράφοι στην Ελλάδα -εν αντιθέσει με τους αντιγράφοντες, μεταγράφοντες, τα αδόκιμα προϊόντα δημιουργικών σεμιναρίων, και τους ευπώλητους παραλογοτέχνες μας- θα μπορώ, χάρη στο Η Έρημος έρχεται, να προσμετρώ και τον Μιχάλη Φακίνο.

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

Ελιάνα Χουρμουζιάδου, Μακάρι να ήσουν εδώ


Ελιάνα Χουρμουζιάδου, Μακάρι να ήσουν εδώ, Κέδρος 2011


Το καλό στη σύλληψή του, μα ανολοκλήρωτο στην εκτέλεσή του, βιβλίο της Χουρμουζιάδου είναι από τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα που διάβασα πρόσφατα.

Σε πρώτο επίπεδο η υπόθεση αφορά ένα ζευγάρι σε κρίση. Όσο όμως προχωρά η διήγηση αντιλαμβανόμαστε ότι ο γαμήλιος βίος ενός Γερμανού και μιας Ελληνίδας αναταράζεται από δονήσεις που μόνο καλά κρυμμένα μυστικά μπορούν να προκαλέσουν. Σταδιακά εισάγεται ένα δεύτερο επίπεδο με πιθανά εγκλήματα πολέμου, διαλυμένες οικογενειακές ιστορίες, ύποπτες μεταπολεμικές περιουσίες, καταπάτηση παραλιακών οικοπέδων με εκκλησιαστικές ευλογίες, μετοίκηση κάποιων από την Ευρώπη σ’ ένα απομακρυσμένο αιγαιοπελαγίτικο νησί, κι άλλων από εκείνο το νησί προς την Κεντρική ή τη Δυτική Ευρώπη, σε συνδυασμό με μια αργά αναδυόμενη ιστορία κληρονομικής ψυχασθένειας.

Οι δυνατότητες που παρέχει αυτό το παλίμψηστο είναι αφηγηματικά τεράστιες - όμως ελάχιστες πραγματώνονται σ' ένα κείμενο το οποίο μπορεί μεν να θέτει όλα αυτά τα ζητήματα, αφήνει όμως τον αναγνώστη μετέωρο ως προς την ερμηνεία και την ακριβή ρόλο τους στην συγκρότηση των χαρακτήρων και την εξέλιξη της μυθοπλασίας.

Το βιβλίο αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο, με τίτλο ‘ΜΑΞ’, ο λόγος εκφέρεται στο δεύτερο ενικό, και ενώ δεν δηλώνεται ρητά ο ομιλών και ο αποδέκτης, δημιουργείται η εντύπωση ότι είναι ο ίδιος ο Μαξ που απευθύνεται στον εαυτό του - πρόκειται για τεχνική που εύστοχα αναδεικνύει την αποστασιοποίηση του Μαξ από τα συναισθήματά του και τη βασανιστική του προσπάθεια να ορίσει οτιδήποτε --αντικείμενο, συμβάν, ή πρόσωπο-- διαρκώς απομακρύνεται από αυτόν.

Στο δεύτερο μέρος, ο ‘ΔΑΝΙΗΛ’ μας μιλά σε πρώτο πρόσωπο, με την ευθύτητα και την αμεσότητα που χαρακτηρίζει κάποιον που φρόντισε από νωρίς να πάρει αποστάσεις από τους γύρω του, αλλά θεωρεί ότι κατανοεί πλήρως και μπορεί να μεταφέρει στον αναγνώστη το πώς σκέφτονται οι άλλοι, όπως η αδελφή του --και σύζυγος του Μαξ-- Ρέα. Το δεύτερο μέρος επιχειρεί μια συστηματικότερη εμπλοκή του προσωπικού και οικογενειακού παρόντος, με το κοινωνικό-πολιτικό παρελθόν της Ευρώπης. Το εγχείρημα αυτό όμως περιορίζεται σε ενδιαφέρουσες νύξεις, ή την παράθεση σποραδικών στοιχείων η οποία δεν εμβαθύνει επαρκώς στους χαρακτήρες, ούτε οδηγεί το πλούσιο ιστορικό υλικό σε μια άρτια σύνθεση. Και για αυτό δεν ευθύνεται απλώς η περιορισμένη έκταση του βιβλίου -- υπάρχουν άλλωστε στα ελληνικά, βιβλία αρκετά μικρότερου μεγέθους, που μοιράζουν την αφήγηση σε δύο μέρη και ασχολούνται με δύσκολες ιστορικές αλήθειες, αλλά που δίνουν σαφώς την αίσθηση ενός ολοκληρωμένου λογοτεχνικού έργου.

Είναι χαρακτηριστικό πολλών Ελλήνων πεζογράφων να συλλαμβάνουν εξαιρετικές ιδέες που αποτυγχάνουν να απογειώσουν, ή έστω να αναπτύξουν με τρόπο επαρκή για ένα λογοτεχνικό έργο. Η ιστορία τελειώνει ακριβώς την στιγμή που το ενδιαφέρον του αναγνώστη εντείνεται τόσο ως προς την τελική στάση της Ρέας, όσο και ως προς το φορτωμένο μυστικά παρελθόν της οικογένειας του Μαξ. Δεδομένης της έρευνας που προηγήθηκε της συγγραφής, και των αρετών που έχει η γραφή της Χουρμουζιάδου, είναι κρίμα που η συγγραφέας δεν επιχείρησε κάτι πιο φιλόδοξο.

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011

Βασίλης Αλεξάκης, Η πρώτη λέξη


Βασίλης Αλεξάκης, Η πρώτη λέξη (Εξάντας, 2011).


Λέγεται ότι τα μυθιστορήματα είναι δύο ειδών: μυθιστορήματα δράσης ή χαρακτήρων. Το βιβλίο του Αλεξάκη στερείται δράσης και υπολείπεται χαρακτήρων. Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς: αφενός η δράση είναι υποτυπώδης, λειτουργώντας ως πρόσχημα για την έκθεση των ιδεών που επιθυμεί να παρουσιάσει ο συγγραφέας. Αφετέρου οι χαρακτήρες δεν αναπτύσσονται, αλλά σκιαγραφούνται, τόσο μόνο όσο επαρκεί για να φέρουν εις πέρας το έργο της ανταλλαγής πληροφοριών, έκφρασης αποριών, και διατύπωσης απαντήσεων, για το οποίο τους προόριζε ο συγγραφέας.

Αν τα αναφέρω αυτά με τρόπο λακωνικό και ίσως όχι απόλυτα επεξηγηματικό, είναι γιατί ο Αλεξάκης είναι ένας από τους συγγραφείς που εκτιμώ, και που για την αγορά του κάθε νέου βιβλίου του δεν νιώθω ποτέ δισταγμό. Αντιθέτως, πιστεύω ότι είναι ένας από τους λίγους πεζογράφους που, στα περισσότερα έργα του, έχει το σημαντικότατο -για μένα- χάρισμα να δημιουργεί έντονη συγκινησιακή φόρτιση, με λιτά αφηγηματικά μέσα. Ακόμη και σε αυτό, το τόσο άγευστο, μυθιστόρημα υπάρχουν στιγμές που μπορούν να κινήσουν το συναίσθημα του αναγνώστη - οι στιγμές αυτές όμως είναι λίγες κι η παρουσία τους απλώς επιτείνει την αίσθηση ότι διαβάζει κάποιος ένα κείμενο το οποίο προτάσσει, έναντι των λογοτεχνικών αρετών, κάποιες αμιγώς γνωσιακές αξίες.

Η γνωσιακή διάσταση του βιβλίου είναι όντως υπολογίσιμη, στο μέτρο που καταφέρνει να συμπτύξει έναν πλούτο δεδομένων και να τον παρουσιάσει με τρόπο εξαιρετικά σαφή. Το αντικείμενο του βιβλίου μαντεύεται από τον τίτλο του: πρόκειται για την αναζήτηση των απαρχών της ανθρώπινης ομιλίας : την «πρώτη λέξη». Στην πορεία της αναζήτησης, η οποία πραγματώνεται μέσω εξαντλητικών διαλόγων μεταξύ διαφόρων ερευνητών, και του αφηγητή -- το φύλο του οποίου (γυναικείο) μου υπενθύμιζε η χρήση μετοχών του αντίστοιχου γραμματικού γένους, μιας που η φωνή του αφηγητή είχε (συνειδητά ίσως;) έναν άφυλο, θα έλεγα, χαρακτήρα --, ο αναγνώστης συλλέγει ένα πλήθος πληροφοριών, που διευρύνουν τον ορίζοντα κατανόησης αυτού του τόσο περίπλοκου όσο και μαγευτικού φαινομένου που ονομάζεται γλωσσική επικοινωνία.

Κάποιος που μπορεί να μην έχει ερευνητικό ενδιαφέρον για αυτό το ζήτημα --και συνεπώς δεν τον προβληματίζουν ζητήματα μεθοδολογικής τάξης, εννοιολογικής διερεύνησης, ή φιλοσοφικής συνοχής-- όμως επιθυμεί να πληροφορηθεί για τα συναφή ευρήματα των επιστημών της γλωσσολογίας, της εθνολογίας, της λεξικογραφίας, της εξελικτικής ψυχολογίας, της νευροβιολογίας, ή της εθολογίας, θα βρει στο βιβλίο του Αλεξάκη εύστοχες παρατηρήσεις, ευφυείς απορίες και ενδιαφέρουσες πληροφορίες δοσμένες με τρόπο άμεσο κι αποτελεσματικό. Αρκεί όμως αυτό για να φέρει ένα βιβλίο τον τίτλο του ‘μυθιστορήματος’;


 


Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

Λένα Διβάνη, Προφανώς η Πηνελόπη ήταν ηλίθια


Λένα Διβάνη, Προφανώς η Πηνελόπη ήταν ηλίθια και άλλες ελληνικές τραγωδίες (Μελάνι, 2011)

Το ΜΕΛΑΝΙ, με τις ιδιαίτερα προσεγμένες εκδόσεις του, είναι ευρέως γνωστό για την καλή σειρά ξένης πεζογραφίας. Στην ελληνική λογοτεχνία όμως παρουσιάζει έντονες διαφοροποιήσεις. Αφενός δημοσιεύει διηγήματα αξιώσεων από σοβαρούς λογοτέχνες (Γκανάς, Ευσταθιάδης, Στάμου κ.α.), και προσφέρει εκδοτικό βήμα σε νέες σημαντικές ποιητικές φωνές (Αντιόχου, Γαραντούδης, Ηλιοπούλου, κ.α.). Αφετέρου προβάλλει μέτριους συγγραφείς που παράγουν αμήχανες, ημιτελείς νουβέλες (Δέρβη), μελό παραβολές που όλο κάτι μας θυμίζουν αλλά δεν ξέρουμε τι (Γκαλινίκη), ή εύπεπτα καλοκαιρινά αναγνώσματα (Διβάνη, Νάσιουτζικ).

Στο αυτάκι του βιβλίου Προφανώς η Πηνελόπη ήταν ηλίθια αναφέρεται ότι στόχος της συλλογής διηγημάτων της Διβάνη είναι να μας κάνει να γελάσουμε. Δεν υπάρχει κάτι πιο θλιβερό από ένα βιβλίο που υπόσχεται πως θα μας διασκεδάσει, ενώ το περισσότερο που επιτυγχάνει είναι να αποσπάσει από τον αναγνώστη ένα βεβιασμένο χαμόγελο. Τα αστεία που εμπεριέχει μπορεί ίσως να λειτουργούσαν σε ένα άλλο ιστορικό πλαίσιο --αρκετές στιγμές αισθανόμουν ότι βρέθηκα εμπρός σε μια ξεχασμένη στοίβα από τεύχη του ΚΛΙΚ, και μάλιστα από την δεύτερη περίοδο, όταν πια οι ατάκες είχαν χιλιοειπωθεί, τα λογοπαίγνια είχαν φθαρεί, και η παράθεση των brand-names είχε πάψει να διεγείρει το ενδιαφέρον του κοινού.

Το χιούμορ βέβαια είναι μια ευαίσθητη όσο και υποκειμενική υπόθεση και για αυτό δεν αποκλείω κάτι που σε μένα φαίνεται ανιαρό, να προκαλεί έντονο γέλιο σε κάποιον άλλο. Υπάρχουν όμως δύο τουλάχιστον στοιχεία που, πέραν των ατομικών προτιμήσεων, νομίζω ότι είναι άκρως προβληματικά.

Συνηθίζεται οι συλλογές διηγημάτων να διέπονται από μία κοινή θεματική, έναν έστω ευρύ ‘κοινό λογοτεχνικό τόπο’, κάτι που στη συγκεκριμένη περίπτωση απουσιάζει. Το μόνο στοιχείο που μοιράζονται οι ιστορίες της Διβάνη είναι ότι έχουν ήδη δημοσιευθεί σε περιοδικά ποικίλης ύλης - γεγονός που επιτείνει στον αναγνώστη την αίσθηση ότι επιλογή των κειμένων που ανατυπώνονται στη συλλογή είναι τυχαία, ή έστω, ότι δεν υπόκειται σε λογοτεχνικά, θεματικά, ή αισθητικά κριτήρια.

Το δεύτερο είναι η αποτυχημένη μίξη λέξεων από διαφορετικούς γλωσσικούς κώδικες -ή για να το πω απλούστερα: ο γλωσσικός αχταρμάς. Η διαρκής χρήση ετερόκλητων λέξεων σε μία φράση, αντί να εντείνει την κωμικότητα της περιγραφόμενης κατάστασης, προκαλεί αναγνωστική αμηχανία, οδηγώντας σε ένα αφηγηματικά επίπεδο αποτέλεσμα. Σε πολλά σημεία η χρήση επιτηδευμένων όρων είναι λογοτεχνικά αδιάφορη, αλλά καταρχάς κατανοητή: είναι ας πούμε σαφές ότι με τη φράση «Η Μαρίνα συνέχισε να την πουσάρει για να περάσει», η συγγραφέας επιχειρεί να εντυπωσιάσει χρησιμοποιώντας έναν αγγλογενή νεολογισμό αντί ρημάτων της καθομιλουμένης, όπως το «σπρώχνω». Σε άλλα σημεία το πρόβλημα έγκειται στην παντελή έλλειψη συνάφειας. Χρησιμοποιεί, φερ’ ειπείν, το ρήμα «κογιονάρω» που στο κερκυραϊκό ιδίωμα σημαίνει εμπαίζω ή κοροϊδεύω. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η δράση εξελίσσεται στη Σαντορίνη, και κανείς από τους ήρωες δεν έχει σχέση με τα Επτάνησα.

Η νοοτροπία αρκετών εκδοτικών οίκων να γεμίζουν κάθε καλοκαίρι την αγορά με ‘ελαφρά’ ή ανιαρά βιβλία δεν ωφελεί ουσιαστικά κανέναν, απλά αναπαράγει την κατάσταση όπου οι περισσότεροι αναγνώστες διαβάζουν μέτρια λογοτεχνία, αφού αυτή ακριβώς είναι που σωρεύεται στους πάγκους των βιβλιοπωλείων τους θερινούς μήνες. Ο καλός εκδοτικός οίκος όμως σέβεται τους αναγνώστες του όλο το χρόνο -ακόμη και την περίοδο των διακοπών.

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Γιώργος Συμπάρδης, Υπόσχεση γάμου


Γιώργος Συμπάρδης, Υπόσχεση γάμου (Μεταίχμιο, 2011).

Πολλοί είναι αυτοί που θέλουν να αφηγηθούν μια ιστορία, αλλά λίγοι όσοι μπορούν να το κάνουν καλά. Ένα στοιχείο κάθε πετυχημένης ιστορίας είναι οι καλές περιγραφές. Ο Γιώργος Συμπάρδης αποδίδει άριστα το περίγραμμα των ηρώων του, φτιάχνοντας μια πολύ ωραία τοιχογραφία με το πώς δείχνουν και πώς περνούν οι ήρωες το χρόνο τους: μαθαίνουμε τι παπούτσια φοράνε, με τι αφρόλουτρο πλένονται, αν πιάνουν τα μαλλιά τους κότσο ή αλογοουρά, τι έφαγαν το βράδυ και με τι ξεκίνησαν το πρωινό τους, που τους πάει ο Ηλεκτρικός, και από τους φέρνει το ταξί -με πλήρη σχεδόν καταγραφή των σχετικών διευθύνσεων και επιλεγμένων διαδρομών. Χάρη στην εξαιρετική παρατηρητικότητα και την εκφραστική ικανότητα του συγγραφέα, ο αναγνώστης αισθάνεται ότι παρελαύνει εμπρός του στην κάθε του λεπτομέρεια ο καθημερινό βίος ανθρώπων που μοιάζουν γνώριμοι, ίσως και οικείοι. Η αίσθηση οικειότητας είναι και αυτό που ωθεί τον αναγνώστη να μην εγκαταλείψει το ευμεγέθες βιβλίο του Συμπάρδη, παρά την κόπωση που μπορεί να δημιουργούν οι μακροσκελείς περιγραφές κοινότοπων εμπειριών.

Αυτό που λείπει όμως από το άθροισμα για να συμπληρωθεί το λογοτεχνικό σύνολο, είναι ακριβώς αυτό που θα έπρεπε να βρίσκεται εντός του περιγράμματος ώστε να δημιουργηθούν ολοκληρωμένοι χαρακτήρες: τα κίνητρα, οι συλλογισμοί, το πώς διαμορφώθηκε η προσωπικότητά των ηρώων, σε ποιες αιτίες οφείλεται η δράση ή η αδράνειά τους. Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε εξαντλητικές περιγραφές της συμπεριφοράς των ηρώων από έναν παρατηρητή ο οποίος μοιάζει να μην έχει πρόσβαση στις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, που σε μικρό ή μεγάλο βαθμό παραμένουν μυστήριο για τον αναγνώστη.

Ενδεικτικό παράδειγμα η μορφή της Όλγας, που ενώ απασχολεί σε αρκετά κεφάλαια τον συγγραφέα, ξαφνικά εξαφανίζεται ενώ οι δορυφόροι της παραμένουν -έτσι δεν μαθαίνουμε ποτέ γιατί ενεργεί όπως ενεργεί σε σχέση με τον σύζυγο και τον πεθερό της. Επιπρόσθετα, ο κεντρικός ανδρικός χαρακτήρας, ο Ζαχαρίας, εμφανίζεται κυρίως μέσα από τα βλέμματα των γυναικών που τον περιβάλλουν, παραμένοντας ως το τέλος αφηγηματικά αδύναμος και χαρακτηριολογικά λειψός.

Η αφήγηση είναι αβαθής, καθώς στην αδιάκοπη ροή της φαίνεται πως δεν προφταίνει να ανακοπεί κάπου, να συγκεντρωθεί αλλού, ώστε να σταθεί για λίγο το βλέμμα τού αναγνώστη στο χαρακτήρα των ηρώων και να βαθύνει η σκέψη του στα όσα γίνονται. Σε ορισμένες περιπτώσεις όπου ο συγγραφέας αποπειράται ξαφνικά να επεξηγήσει τους λόγους πίσω από την συμπεριφορά των ηρώων του, επιβεβαιώνεται η αίσθηση ότι στην πλειονότητά τους οι περιγραφές των προηγηθέντων γεγονότων ήταν πολύ ευχάριστες, αλλά επιφανειακές.

Παρόλο που το θέμα έχει ενδιαφέρον, η γλώσσα είναι πολύ καλή, και τα νοήματα που αντλεί ο έμπειρος αναγνώστης είναι αξιόλογα, συμβαίνει το φαινομενικά παράδοξο, η εξαντλητική συσσώρευση επιτυχημένων εξωτερικών περιγραφών να δημιουργεί ένα βιβλίο με πολλούς ήρωες, αλλά με κανέναν ολοκληρωμένο λογοτεχνικό χαρακτήρα. Αυτή τουλάχιστον είναι η αίσθηση που αποκόμισα εγώ.

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Μαρία Γαβαλά, Από γυαλί


Μαρία Γαβαλά, Από γυαλί, Κέδρος 2011.

Πέρα από τα γυαλιστερά εξώφυλλα που υπερχειλίζουν τους πάγκους κεντρικών βιβλιοπωλείων και τοπικών σουπερμάρκετ, η εκδοτική σεζόν του φετινού καλοκαιριού χαρακτηρίζεται κι από μια πληθώρα νέων τίτλων από τον ΚΕΔΡΟ. Το γεγονός της έντονης παρουσίας ενός σοβαρού εκδοτικού οίκου θα ήταν πολύ θετικό αν η ποσοτική αύξηση ήταν ευθέως ανάλογη της ποιοτικής. Δυστυχώς, την τελευταία χρονιά, λίγα είναι τα έργα που θα άντεχαν σε μια αυστηρή κριτική ανάγνωση, με βάση τη λογοτεχνική τους αξία, κι όχι με βάση τις δημόσιες σχέσεις που μπορεί να διασφαλίσουν σε έναν οίκο πεζογραφούντες δημοσιογράφοι. Κατά πόσο βέβαια θα πρέπει να επιλέγει ένας εκδοτικός οίκος κείμενα με βασικό κριτήριο την προώθηση που οι ίδιοι οι συγγραφείς τους θα του εξασφαλίσουν, είναι ένα ερώτημα που αφορά, δυστυχώς, ικανή μερίδα του εκδοτικού μας χώρου.

Ως εκ τούτου, είναι ενθαρρυντικό να συναντά κανείς το νέο βιβλίο της Μαρίας Γαβαλά στην πρόσφατη εκδοτική παραγωγή του ΚΕΔΡΟΥ. Η συλλογή διηγημάτων Από γυαλί, χαρακτηρίζεται από την κύρια αρετή και των προηγούμενων βιβλίων της: καθαρή γραφή, ακριβής στις περιγραφές της, κι όμως ανεπιτήδευτη, δίχως την τεχνητά λαϊκότροπη γλώσσα, την αναμεμειγμένη με μια άχαρη δόση λογιοτατισμού στην οποία καταφεύγουν πλέον διάφοροι συγγραφείς της μόδας. Η καθαρότητα της γραφής συνάδει με την καθαρότητα της ιδέας που καθοδηγεί την συγγραφή της κάθε ιστορίας. Κι επειδή αρκετές από τις ιδέες της Γαβαλά είναι όντως ενδιαφέρουσες, ο αναγνώστης αισθάνεται ότι διαβάζει, αν μη τι άλλο, ένα σοβαρό έργο.

Η δική μου, ωστόσο, εμπειρία ανάγνωσης της συλλογής περιείχε κάτι το οποίο δεν είναι εύκολο να ορίσω, αλλά θα μπορούσα να το εκφράσω ως εξής: όσο προχωράει η κάθε ιστορία, τόσο ατονεί.

Αυτό μπορεί να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες. Ένας είναι η έλλειψη σαφούς εστίασης σε ένα πρόσωπο ή σε ένα -έστω και σύνθετο- συμβάν, με αποτέλεσμα αφενός ο αναγνώστης να αισθάνεται κάποιες φορές μετέωρος ως προς τη σημασία των γεγονότων, κι άλλες φορές αβέβαιος για το ‘κεντρικό νόημα’ της ιστορίας (οδηγώντας, λ.χ. σε αμηχανία την ιδέα του διηγήματος ‘Αξιοπρέπεια’). Ένας άλλος παράγοντας είναι η διαρκής παρέμβαση εσωτερικών μονολόγων που άλλοτε παίζουν ενεργό ρόλο στην ιστορία, κι άλλοτε απλώς την ‘εξουδετερώνουν’ καθόσον επεξηγούν στοιχεία τα οποία ο προσεκτικός αναγνώστης θα μπορούσε, νομίζω, να συλλάβει μόνος του (ακυρώνοντας το ενδιαφέρον σκεπτικό που υπόκειται του τελευταίου διηγήματος ‘Αρμονία’).

Ικανοποιητικό αφηγηματικά είναι το ομότιτλο ‘Από γυαλί’, όπου η συγγραφέας συνδυάζει εύστοχα τον τίτλο με την κατακλείδα φράση του διηγήματος. Αξιόλογο και το διήγημα ‘Κουαρτέτο’ με το οποίο ανοίγει η συλλογή, για κάποιες από τις εικόνες που δημιουργεί. Το διήγημα που μου άρεσε ήταν το ‘Βολτούλες’: έχει μια έξυπνη ιδέα, πειστικούς διαλόγους, και πετυχαίνει την ανατροπή -στοιχείο που απουσιάζει από τα περισσότερα της συλλογής.

Γενικότερα, οι ιστορίες, παρά την άρτια περιγραφή διαφόρων συμβάντων, στερούνται κορύφωσης. Ίσως γιατί από τις περισσότερες λείπει κάτι καίριο για ένα διήγημα: το δυνατό τέλος.

Παρ’ όλα αυτά πιστεύω ότι είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί από όσους παρακολουθούν τη σοβαρή ελληνική πεζογραφία.

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2011

Γιάννης Μακριδάκης, Η άλωση της Κωνσταντίας


Γιάννης Μακριδάκης, Η άλωση της Κωνσταντίας, Εστία 2011.


Όποτε δω καινούργιο βιβλίο του Μακριδάκη στα βιβλιοπωλεία, το παίρνω στα χέρια μου, διαβάζω την πρώτη παράγραφο, κλείνω το βιβλίο, και το επανατοποθετώ στο ράφι. Σκέφτομαι πως ό,τι κάνει αυτός ο συγγραφέας το κάνει καλά -απλά, αυτό που κάνει δεν με αφορά.

Το καλοκαίρι αυτό όμως, τι με τον ‘Εζέλ’, τι με τα άλλα σήριαλ που χάνω τόσα χρόνια, είδα το βιβλίο με το όμορφο εξώφυλλο και το υπονοούμενο περί Κωνσταντινούπολης στον τίτλο, κι είπα να προσπαθήσω ξανά.

Πήρα κατάλληλη θέση, ακουμπώντας ελαφρά στον πάγκο των ευπώλητων, και ξεκίνησα: διάβασα την αρχική παράγραφο, καβατζάρισα την πρώτη σελίδα, κι έφτασα στο τέλος της δεύτερης. Εκεί σταμάτησα κι άφησα πίσω το βιβλίο, για να το βρει κάποιος από τους πολλούς φίλους της γραφής του Μακριδάκη, και τους λάτρεις της συγκεκριμένης θεματολογίας, να το αγοράσει και να το ευχαριστηθεί.

Νομίζω όμως ότι συνέλαβα κάπως καλύτερα την πηγή της δυσφορίας μου με το συγκεκριμένο πεζογραφικό ύφος: το πρόβλημα, νομίζω, είναι ακριβώς ότι πρόκειται για συνειδητό ύφος --για ένα τρόπο λογοτεχνικής έκφρασης, δηλ., που κραυγάζει στον αναγνώστη να προσέξει το πόσο καλά χειρίζεται ο συγγραφέας μία γλώσσα στην οποία κανείς άλλος δεν γράφει.

Θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί γιατί αυτό να θεωρηθεί πρόβλημα κι όχι αρετή. Η ηθογραφική μας παράδοση, στο κρίσιμο πέρασμα από τον 19ο στον 20ο αιώνα, αυτή ακριβώς την γλωσσική ιδιοτυπία επιχείρησε να αναδείξει, κάνοντας συστηματική χρήση της ντοπιολαλιάς, διανθίζοντας την επίσημη καθαρεύουσα με νησιωτικούς, θρακιώτικους, ή ρουμελιώτικους ιδιωματισμούς, προσδίδοντας στα εκτενή διηγήματα το απαραίτητο couleur locale που οι αναγνώστες των άστεων επιθυμούσαν από τη λογοτεχνία. Αν το έργο του Μακριδάκη μας επανασυνδέει, έστω και ακούσια, με μία πεζογραφική σχολή, σημαντικός και ιδιόρρυθμος εκπρόσωπος της οποίας υπήρξε άλλωστε κι ο μέγιστος Παπαδιαμάντης, τότε όλα είναι καλά.

Δεν είμαι όμως σίγουρος για αυτό, διότι πιστεύω ότι υπάρχει η εξής διαφορά. Αν σε ένα κείμενο του Παπαδιαμάντη μια μητέρα λάβει γράμμα για το γάμο της κόρης της, τα όσα κατόπιν θα μονολογήσει, αρκούντως ηχηρά για να ακουστούν από τις παρακείμενες γυναίκες, θα δοθούν στην δική της λαλιά. Για την περιγραφή της συγκεκριμένης γυναίκας όμως, ο Παπαδιαμάντης δεν υποδύεται τη γυναίκα, ούτε η γλώσσα του πιθηκίζει τις λέξεις της: την παρακολουθεί με τη λογοτεχνική του ματιά, και την περιγράφει καταρχήν στη δική του γλώσσα, την καλλιεργημένη καθαρεύουσα που συναντάμε στις προσωπικές κι επαγγελματικές επιστολές του. Η εναλλαγή αυτή -στην οποία μπορεί να οφείλεται εν μέρει κι η εκπληκτική μουσικότητα κάποιων κειμένων του- σέβεται τη βασική διάκριση ανάμεσα στον ευθύ και τον πλάγιο λόγο, και τη συνακόλουθη διαφορά ανάμεσα στον πεζογραφικό και τον προφορικό λόγο.

Αντίθετα, στο κείμενο του Μακριδάκη (ή, για να το επαναλάβω: στις σελίδες που εγώ διάβασα) η τοπική γλώσσα ρέει σε ευρύχωρες παραγράφους, ανεμπόδιστη από σημεία στίξης, πλην του κόμματος, συνθλίβοντας οπτικά και ηχητικά τη διάκριση ανάμεσα σε ευθύ και πλάγιο λόγο, παρέχοντας στο ιδίωμα την αποκλειστικότητα έκφρασης. Το αποτέλεσμα είναι μία ιδιόρρυθμη μονωδία λέξεων και φράσεων, σε συνειδητή απόσταση από τη σύγχρονη γλώσσα.

Κάποιοι το βρίσκουν αυτό εντυπωσιακό. Κάποιοι, απλώς κουραστικό. Ανήκω προφανώς στην δεύτερη κατηγορία. Πολλοί αναγνώστες φαίνεται να ανήκουν στην πρώτη. Κι αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό -ιδίως αν τα βιβλία του Μακριδάκη έχουν άλλες αρετές, που το ύφος του δεν θα μου επιτρέψει ποτέ να διαπιστώσω.

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2011

Άρης Σφακιανάκης, Ου μπλέξεις


Άρης Σφακιανάκης, Ου μπλέξεις, Κέδρος 2011


Όταν διαβάζω βιβλία του Άρη Σφακιανάκη περνάω καλά. Η δράση εξελίσσεται γρήγορα, οι άνθρωποι μιλούν όπως μιλούν οι... άνθρωποι, τα όσα τους απασχολούν είναι πιστευτά, κι όλα συμβαίνουν τον 21ο αιώνα. Στο ‘Ου μπλέξεις’ ο αναγνώστης θα απολαύσει τα ευφυή κοινωνικά σχόλια του συγγραφέα, και θα απορροφηθεί από τους εύστοχα τοποθετημένους διαλόγους που προσδίδουν αληθοφάνεια στη μυθοπλασία του.

Τρία σημεία μου φάνηκαν λιγότερο ικανοποιητικά. Το πρώτο είναι ότι η περιγραφή της προσωπικότητας των γυναικών που παρελαύνουν στις σελίδες του βιβλίου. Καταρχήν, καμία περιγραφή γυναικείου χαρακτήρα δεν είναι ολοκληρωμένη. Τούτο δεν οφείλεται μόνο στο ότι (συνειδητά ίσως) ο συγγραφέας δεν εμβαθύνει στη λογική ή τα συναισθήματα κανενός από τους χαρακτήρες του, αφήνοντας τις πράξεις τους να μετεωρίζονται στο πολύβουο κενό της καθημερινότητας. Οφείλεται επίσης στο ότι στήνει τις ηρωίδες του εκτός (οικογενειακού, φιλικού, κοινωνικού ή οποιουδήποτε άλλου) πλαισίου, παρέχοντας μόνο όσες πληροφορίες είναι αυστηρώς απαραίτητες για να προχωρήσει η περιπέτεια. Κατά δεύτερον, οι όποιες περιγραφές δίνει για τις γυναίκες, που ο ήρωας αλλάζει σαν καλοκαιρινά t-shirt, είναι αρκούντως σεξιστικές. Το ότι δεν θέτει τον εαυτό του στο απυρόβλητο, ή ότι δεν φείδεται ειρωνικών σχολίων για το πώς ο ίδιος δείχνει, για τα όσα πράττει ή σκέφτεται, δεν αναιρεί το γεγονός ότι η φαλλοκρατική ματιά είναι αυτή που ιεραρχεί τη σημασία των χαρακτήρων του βιβλίου.

Το δεύτερο σημείο που μπορεί να απογοητεύσει τον προσεκτικό αναγνώστη είναι οι ένθετες περιγραφές των Ευρωπαϊκών πόλεων. Κατανοώ την επιθυμία να δοθεί στο βιβλίο ένας αέρας κοσμοπολίτικος, αλλά ήταν απαραίτητο να γίνει με την επίπλαστη αμεσότητα των φυλλαδίων που διατίθενται σε γραφεία ταξιδίων; Μοιάζει ως αν το βιβλίο απευθυνόταν σε άτομα που δεν έχουν ποτέ ταξιδέψει, ούτε έχουν δει κανένα ντοκιμαντέρ για την αλλοδαπή, και αδημονούν για μια στοιχειώδη περιγραφή του τι κάνει ο τουρίστας της Βενετίας ή των Παρισίων.

Τέλος, ένα σημείο αμφιλεγόμενο του βιβλίου είναι η επικαιρικότητά του. Το πολύ θετικό είναι ότι --σε αντίθεση με πλήθος μετριότατων πεζογραφημάτων--, ο συγγραφέας δεν ανακυκλώνει ιστορίες από την ηρωική μιζέρια των εθνικών καταστροφών, του ύστερου εμφυλίου, της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, της δεύτερης μεταπολεμικής περιόδου, κ.ο.κ. αλλά παίρνει το ρίσκο να γράψει για την ζωή τού εδώ και τώρα. Το αρνητικό είναι πως ο τρόπος που το πραγματώνει δεν διαφέρει και τόσο από τη δημοσιογραφική μέθοδο εβδομαδιαίων περιοδικών. Το πλήθος αναφορών στην επικαιρότητα, μπορεί προς στιγμήν να εντυπωσιάζει τον αναγνώστη, δημιουργώντας μια ευχάριστη αίσθηση οικειότητας - είναι όμως αρκετά αμφίβολο αν καμία από τις αναφορές αυτές θα λειτουργεί σε λίγους μήνες από τώρα, ή αν γενικότερα στο μέλλον το μυθιστόρημα θα μπορεί να λειτουργεί εξ ίσου καλά, παρά τις παρωχημένες αναφορές του.

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

Ιστορίες με καλό τέλος

Εδώ και τρεις εβδομάδες, το Έθνος φιλοξενεί διηγήματα «με καλό τέλος». Οι έως τώρα δημοσιευμένες ιστορίες προσφέρουν, πέραν της άμεσης αναγνωστικής εμπειρίας, ενδιαφέρον υλικό για μια πρόχειρη έστω αποτίμηση της τρέχουσας πεζογραφικής μας παραγωγής - και οι περισσότερες ενδείξεις είναι κάθε άλλο παρά ενθαρρυντικές. Πριν αναφερθώ στα αρνητικά, όμως, να τονίσω ότι αφευατής η πρωτοβουλία του Έθνους είναι σημαντική: σε μια εποχή που τα περισσότερα βιβλιοφιλικά ένθετα των εφημερίδων περιορίζονται στην ανατύπωση δελτίων τύπου για καλοκαιρινές αγορές, ή στην υπερπροβολή τίτλων από τους 'συνήθεις υπόπτους', το γεγονός ότι μια εφημερίδα αφιερώνει κάθε μέρα ένα δισέλιδο στην δημοσίευση πρωτότυπων διηγημάτων από ένα ευρύ φάσμα συγγραφέων είναι από μόνο του ένα σημαντικό γεγονός. Όσον αφορά τα διηγήματα, ας ξεκινήσω από τα καλά:

Για τη γενιά μου ο Μάνος Κοντολέων μπορεί να μην χρειάζεται συστάσεις, αλλά αν δεν τον έχετε ήδη διαβάσει, θεωρώντας ότι γράφει συνήθως για παιδιά, να μια λαμπρή ευκαιρία να το κάνετε - ο Κοντολέων ξέρει να πλέκει ιστορίες όσο λίγοι πεζογράφοι στη χώρα μας.

Ο Μιχάλης Φακίνος είναι σταθερή αξία. Ομολογώ πως διαβάζοντάς τον επανήλθα για λίγο στον εφηβικό μου εαυτό: απορροφημένος πλήρως από το κείμενό του, μπορεί να μην καταλάβαινα την κάθε λεπτομέρεια, αλλά ήξερα τουλάχιστον ότι διάβαζα λογοτεχνία.

Από τα υπόλοιπα κείμενα αρκετά ήταν καλλογραμμένα, όπως του Πρατικάκη και της Λαμπαδαρίδου-Πόθου.

Μου άρεσε πολύ το διήγημα της Εύας Στάμου- στέρεη γραφή, με έξυπνες εναλλαγές αφηγηματικής εστίασης, πειστικούς χαρακτήρες, ευφυή ανατροπή.

Κάποια διηγήματα ήταν σαν ‘καλές απαντήσεις, εκτός θέματος’ -της Βαμβουνάκη περιείχε ωραίες σκέψεις, κάπως ατάκτως εριμμένες, μα δεν ήταν ιστορία: δεν αφηγείτο τίποτα.

Του Μήτσου -που εκτιμώ πολύ- ήταν ιστορία, μα όχι τόσο σφιχτή όσο οι καλύτερές του, και στερείτο ‘καλού τέλος’.

Της Γαβαλά είχε ωραίο θέμα που δεν κατάφερε ή ίσως δεν ήθελε να το απογειώσει, της Κουμούτση είχε μια γόνιμη ιδέα που πνίγηκε στο συναίσθημα και τα θαυμαστικά.

Η ιστορία του Δημήτρη Στεφανάκη ήταν απλά απογοητευτική: επίπεδη, τετριμμένη, με αδούλευτη γλώσσα. Εξίσου επίπεδη αλλά περισσότερο ανιαρή ήταν η ιστορία του Θανάση Χειμωνά - σίγουρα δεν με προδιαθέτει να αναζητήσω τα βιβλία του.

Ιδιαίτερα κουραστικό το εγωτικό παραλήρημα του Σουρούνη.

Η Λουκία Ρικάκη πολύ μελό για τα δικά μου γούστα.

Υπήρχε τέλος κι η Λένα Μαντά. Για να εξηγούμαστε: ήλπιζα ότι το κείμενό της δεν θα ήταν τόσο κακό, ‘κάπου μέσα μου βαθειά’ ήθελα να πιστεύω ότι μπορεί η πλέον ευπώλητη συγγραφέας της Ελλάδας να μην γράφει πολύ άσχημα. Αυτό που διάβασα, εκτός του ότι θεματικά ήταν απίστευτα ξεπερασμένο και απλοϊκό, ήταν συντακτικά κι εννοιακά ασυνάρτητο -το βασικό πάντως για τις λάτρεις του είδους είναι ότι στο τέλος οι ήρωες παντρεύονται!

Τι να πει κανείς. Όπως λέει και το τραγούδι: ίσως οι γύρω μου να φαίνονται χάλια - ίσως πάλι να φταίω εγώ... Το βέβαιο είναι ότι περιμένω και τις επόμενες ‘ιστορίες’ του Έθνους με ανυπομονησία.