Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Θοδωρής Καλλιφατίδης: Γράμματα στην κόρη μου

  

Θοδωρής Καλλιφατίδης, Γράμματα στην κόρη μου (Γαβριηλίδης)


Τα βιβλία του Θοδωρή Καλλιφατίδη παρουσιάζουν πάντα ενδιαφέρον. Τα θέματα που συνήθως πραγματεύονται είναι η ξενιτιά, η συνακόλουθη νοσταλγία κι η αναπόδραστη μοναξιά, οι προσωπικές σχέσεις, η ερωτική επιθυμία. Η πρωτοτυπία του τελευταίου βιβλίου του έγκειται στο πλαίσιο όπου τοποθετείται η ιστορία. Πρόκειται για ένα επιστολικό μυθιστόρημα, όπου μέσω των πρωτοπρόσωπων ανταποκρίσεων που στέλνει ένας πατέρας στην κόρη του, αναπαριστάται η εξωτερική αλληλουχία των γεγονότων κι η εσωτερική περιπέτεια της εξορίας.  

Πρωταγωνιστής της ιστορίας  είναι ο Οβίδιος, ένας από τους μεγαλύτερους Ρωμαίους ποιητές, το έργο του οποίου αποτελεί και την αιτία εξορίας του από την Ρώμη στους Τόμους της Μαύρης Θάλασσας, με προσωπική διαταγή του Καίσαρα το 8 μ.Χ..

Κάθε επιστολή συνδυάζει με ενδιαφέροντα τρόπο τις αλλαγές και τις συναισθηματικές μεταπτώσεις που βιώνει ο ήρωας, κάνοντας αναδρομές στην προηγούμενη ζωή του στη Ρώμη αλλά και περιγράφοντας άλλοτε συνήθη κι άλλοτε δραματικά επεισόδια από την επαφή του με τους κατοίκους της νέας πατρίδας του.

Ένα απ΄ τα καλύτερα στοιχεία του βιβλίου είναι η σταδιακή μετάβαση από την περιγραφή του νέου τόπου διαμονής υπό το πρίσμα της Ρώμης, στην ανασκόπηση του βίου του στη Ρώμη υπό τη νέα οπτική που του παρέχει η ζωή στον τόπο εξορίας. Οι Τόμοι γίνονται, από προσωρινός τόπος τιμωρίας, η νέα πατρίδα από την οποία ο Οβίδιος ελπίζει πάντα ότι θα φύγει, δίχως αυτό να τον σταματά να δημιουργεί φιλίες και να διερευνά τον τρόπο ζωής και τα έθιμα του νέου τόπου. Το ταξίδι της επιστροφής αναβάλλεται, όπως αναβάλλονται κι οι απόπειρες να γράψει επιστολή ζητώντας την επιείκεια του αυτοκράτορα.

Το πιο αδύναμο στοιχείο ενός γοητευτικού στην σύλληψή του βιβλίου, είναι η απλή και όχι ιδιαίτερα καλοδουλεμένη γλώσσα που κάποιες στιγμές δεν επιτυγχάνει να υποστηρίξει τις έννοιες και τα υπαρξιακά διλήμματα που επιχειρεί να αναλύσει ο Καλλιφατίδης. Η αίσθηση αυτή γίνεται ακόμα πιο έντονη από το γεγονός ότι η ιστορία αφορά τον βίο ενός μεγάλου ποιητή που στοχάζεται πάνω σε μία σειρά από σημαντικά ζητήματα, καθώς και από την ίδια την θεματολογία του βιβλίου που είναι η ξενιτιά, η ταυτότητα του μετανάστη και φυσικά η ξένη γλώσσα που τιθασεύεται με κόπο και αγώνα, έτσι όπως σταδιακά κατακτιέται και η νέα πατρίδα.


Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

Λουκία Δέρβη: Group Therapy




Λουκία Δέρβη, Group Therapy (Μελάνι, 2013)

Η Εφηβική Λογοτεχνία είναι ένα μεταβατικό είδος, ηλικιακά -για τον αναγνώστη-, ενίοτε και τεχνικά -για τον δημιουργό. Αν και αρκετοί αξιόλογοι συγγραφείς του παρελθόντος έχουν δώσει δείγματα σημαντικών κειμένων που απευθύνονται στο εφηβικό κοινό, κάποιες φορές τα έργα Εφηβικής Λογοτεχνίας προδίδουν την ανολοκλήρωτη απόπειρα ενός συγγραφέα να συνθέσει ένα μυθιστόρημα για ενήλικο κοινό.

Οι σκέψεις αυτές ήρθαν στο νου μου καθώς διάβαζα το νέο βιβλίο της Λουκίας Δέρβη. Το εξώφυλλο, που παραπέμπει αισθητικά σε περιοδικά ποικίλης ύλης, ήταν ίσως το έναυσμα για να αναρωτηθώ αν το Group Therapy θα έπρεπε μάλλον να περιληφθεί στην κατηγορία της Εφηβικής Λογοτεχνίας.

Η εκφραστική αδυναμία του κειμένου ενίσχυσε αυτή την εντύπωση: η σύνταξη είναι ιδιαίτερα απλή, το λεξιλόγιο ισχνό, το λογοτεχνικό αποτέλεσμα απλοϊκό. Η δομή του έργου είναι επίσης προβληματική, καθώς δημιουργείται η αίσθηση ότι πρόκειται για δύο κείμενα, που δεν ‘δένουν’ καλά μεταξύ τους - στα μισά περίπου της ιστορίας, από ‘κοινωνικό’ το βιβλίο γίνεται ‘αστυνομικό’.

Στο πρώτο μέρος η Δέρβη επιχειρεί να παρουσιάσει στους αναγνώστες τις βασικές αρχές της ομαδικής ψυχοθεραπείας και να ‘υπερασπιστεί’ το επάγγελμα του ψυχολόγου. Η πρόθεση είναι αξιόλογη, αλλά η πεζογραφική της εκτέλεση απογοητεύει, καθώς γίνεται με τρόπο υπεραπλουστευτικό, διαλύοντας την οποιαδήποτε γοητεία μπορεί να ασκεί ο ψυχοθεραπευτικός χώρος σε όσους επιθυμούν να εμβαθύνουν στο νόημα και να ερμηνεύσουν τη λειτουργία της ψυχοθεραπευτικής σχέσης.

Ένα από τα μεγαλύτερα κλισέ του βιβλίου, είναι ότι για να γίνει κάποιος ψυχολόγος, θα πρέπει να είχε μια φρικτή παιδική ηλικία, γεμάτη εγκατάλειψη, θάνατο και μοναξιά. Επιπλέον, από την εξιστόρηση απουσιάζει η μαγεία που δημιουργούν άλλοι συγγραφείς που ασχολούνται με το ίδιο θέμα, όπως ο Γιάλομ, που όσο περισσότερα αποκαλύπτει για τις σχέσεις θεραπευτή-θεραπευόμενου, τόσο περισσότερο έλκεται και καθηλώνεται ο αναγνώστης.

Το σοβαρότερο πρόβλημα όμως του Group Therapy είναι ότι η μυθιστορηματική ψυχολόγος παρεμβαίνει με τόσο πολλούς και ριζικούς τρόπους στην ιδιωτική ζωή των θεραπευόμενων (πληρώνοντας υποψήφιους εραστές κι εκδότες που συνδέονται με τα σχέδια των πελατών της) που ο αναγνώστης θα περίμενε ότι κάποια στιγμή η ψυχολόγος θα ‘επανερχόταν στην τάξη’ - αντ' αυτού λαμβάνει την συγχώρεση και εντέλει τη δικαίωση εκ του αποτελέσματος που οδηγεί σε ένα αναμενόμενο -όσο και μη ρεαλιστικό- happy end. Οι πράξεις και η συμπεριφορά της ψυχολόγου -με δικαιολογία τον έρωτα για έναν συνάδελφό της- μοιάζουν σε τέτοιο βαθμό προβληματικές που αναρωτιέσαι αν παρόλη την προσπάθεια να 'υπερασπιστεί' την χρησιμότητα της ψυχοθεραπείας, η συγγραφέας έχει καταλάβει το παραμικρό για το τι σημαίνει το σχετικό επάγγελμα.

Ίσως η απόστασή μου από αυτό το χώρο με κάνει να έχω μια εξιδανικευμένη εικόνα για τους ψυχολόγους, αλλά δεν χρειάζεται να έχεις περάσει χρόνια ξαπλωμένος στο ντιβάνι του αναλυτή για να σκεφτείς ότι μία ψυχοθεραπεύτρια που εμπλέκεται με τέτοιους τρόπους στη ζωή των ασθενών της, μάλλον χρήζει και η ίδια ψυχικής βοήθειας.

Η έλλειψη ρεαλισμού πάντως δεν περιορίζεται στην υπερδραστήρια ψυχολόγο. Η αναδρομή στο παρελθόν των ηρωίδων, γίνεται με τρόπο τόσο απλοϊκό που δημιουργείται η αίσθηση ότι Λουκία Δέρβη δεν αναφέρεται στις σκέψεις και τις αντιδράσεις δεκαεφτάχρονων ή εικοσάχρονων, αλλά σε μικρά παιδιά, με περιορισμένη αντίληψη και ικανότητα στοχασμού.

Ένα ακόμη μη-ρεαλιστικό στοιχείο είναι ότι, σε εποχή βαθιάς οικονομικής κρίσης, πουθενά στο βιβλίο δεν φαίνεται ότι η Αθήνα είναι μια πόλη που υποφέρει: τα πάντα είναι πολυτελή - συνοικίες, σπίτια, καταστήματα, ζαχαροπλαστεία, και γραφεία.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, η αστυνομική ιστορία διατυπώνεται τόσο γρήγορα, που ο αναγνώστης δεν προφταίνει ν’ αναρωτηθεί πώς θα προστατευθεί η ηρωίδα από τον δολοφόνο, ή να νιώσει το απαραίτητο μυστήριο και τη συνακόλουθη αγωνία - στοιχεία απαραίτητα για την αφηγηματική λειτουργία μιας αστυνομικής πλοκής.

Καθόλη τη διάρκεια του βιβλίου, πάντως, ο λόγος των τεσσάρων ηρωίδων του Group Theory είναι πανομοιότυπος - αδύνατον να κατανοήσει ο αναγνώστης ότι δεν πρόκειται για μία μόνο γυναίκα που, χρησιμοποιώντας το ίδιο ύφος και τις ίδιες εκφράσεις, περιγράφει, απλώς, διαφορετικά γεγονότα.

Άλλωστε ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του Group Therapy, είναι η απλή απαρίθμηση γεγονότων, χωρίς την απαραίτητη εμβάθυνση που θα δημιουργούσε ένα επιτυχημένο μυθιστόρημα.

Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης: Το ελάχιστο ίχνος



Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, Το ελάχιστο ίχνος. Ροδακιό


Το πρόσφατο βιβλίο του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη χαρακτηρίζεται από το γνωστό ιδιαίτερο ύφος που του εξασφάλισε πιστούς αναγνώστες αλλά και αρκετούς επικριτές. Γιατί η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για ένα συγγραφικό στυλ που είτε σου αρέσει-οπότε θεωρείς θετικές τις ιδιομορφίες του- είτε σου δημιουργεί αναγνωστική όχληση. Η επιλογή μιας πλούσιας διαλέκτου, η πλοκή που μοιάζει να εκτυλίσσεται σε προηγούμενους αιώνες, οι παραδοσιακές δραματουργικές συμβάσεις--με αυτή της ανταλλαγής των βρεφών, δοκιμασμένη από την ηθογραφική μας παράδοση, να ξεχωρίζει--συναντώνται και στο Ελάχιστο Ίχνος.

Τίποτα στο μυθιστόρημα του Χατζηγιαννίδη δεν φαίνεται σύγχρονο-αν και η ιστορία φτάνει ως το 1995-, τίποτα δεν μοιάζει φυσικό. Αντίθετα ο αναγνώστης έχει την εντύπωση ότι παρακολουθεί μία σειρά από τεχνάσματα που παράγουν μία γεωμετρική σύνθεση, μια σφιχτή αλλά παραστολισμένη ύφανση από ηθογραφικα μοτίβα, καλολογικά στοιχεία, θεατρικά και πεζογραφικά παραθέματα. Δυστυχώς απουσιάζει εδώ η αίσθηση της οργανικής ανάπτυξης όπου ο αναγνώστης παρακολουθεί μιαν ιστορία να εκτυλίσσεται, συχνά απρόβλεπτα, μιαν αφήγηση στην οποία μπορεί να χαθεί, και να ξεχάσει προς στιγμήν πως πρόκειται για μυθοπλαστικό δημιούργημα.

Το γεγονός ότι ο Χατζηγιαννίδης δουλεύει τόσο την γλώσσα του δεν μας επιτρέπει να αποδώσουμε διάφορες παρωχημένες ή 'περίεργες' εκφράσεις σε αστοχία-πρόκειται αντίθετα για συνειδητή επιλογή του συγγραφέα (πιθανόν ώστε να προσδώσει στην ιστορία του την αίγλη του κλασικού). Γιατί λόγου χάριν, να επιλέγεται η γραφή 'συφορά' αντί για συμφορά, 'απάνω πάτωμα' αντί για επάνω ή πάνω, 'των δυονώ' αντί για των δύο, ή να κατασκευάζει έναν τόσο περίπλοκο επιρρηματικό τύπο όπως 'τον ρώτησε με αποτομιά' αντί του απότομα; Κερδίζει πραγματικά το μυθιστόρημα από τέτοιου είδους επιλογές που μας μεταφέρουν εκφραστικά σε άλλες εποχές; 

Την ίδια αίσθηση όμως-κι αυτό είναι ακόμα πιο σημαντικό- δίνουν στον αναγνώστη και οι ήρωες του βιβλίου. Η ψυχολογία τους δεν έχει τα γνωρίσματα του σύγχρονου ατόμου, κατοίκου μιας μεγαλούπολης, αλλά στερεοτυπικών χαρακτήρων που ξεπηδούν από ηθογραφήματα της εποχής του Βικέλα: η νησιώτισσα παραμάνα, η πλούσια κυρία που νιώθει άβολα να αγγίζει και να θηλάζει το μωρό της, η Ζανού η καλόκαρδη πόρνη, ο θρησκόληπτος πατέρας, η 'μάγισσα θεία', ο ανάπηρος με την αγγελική καλοσύνη.

Ίσως το επόμενο στοίχημα για τον Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη δεν είναι αν θα καταφέρει να μας δώσει ένα ακόμα εξαιρετικά καλογραμμένο μυθιστόρημα που θυμίζει λαϊκό ανάγνωσμα του ύστερου 19ου αιώνα, αλλά αν θα δοκιμάσει το ταλέντο του σε κάτι σύγχρονο τόσο από την άποψη της γλώσσας, όσο και από την άποψη της ψυχολογίας των χαρακτήρων--διότι, καλώς ή κακώς, αυτά τα δύο πάνε μαζί.

Κατανοώ ότι οι ήρωες του σύγχρονου αστικού μυθιστορήματος δεν αντιμετωπίζουν ηρωικά διλήμματα και τραγικές καταστάσεις εκτός αν η κυκλοθυμία, η κατάθλιψη και τα ερωτικά αδιέξοδα περιλαμβάνονται σε αυτές. 'Ίσως, πιθανολογώ, να είναι αυτό που στρέφει τον Χατζηγιαννίδη προς χαρακτήρες παλαιότερων πεζογραφικών παραδόσεων και τον αποτρέπει από το να διερευνήσει την ψυχοσύνθεση σύγχρονων ηρώων.

Όσον αφορά την επιτυχία του εγχειρήματος του Χατζηγιαννίδη να μας αφηγηθεί μία φιλόδοξη οικογενειακή 'τραγωδία' θα συμφωνούσα με την άποψη του ήρωά του, Αυγουστίνου Ψυχού, ο οποίος (όπως αναφέρεται στη σελ. 143) «πίστευε... ότι οι οικογενειακοί δεσμοί και τα οικογενειακά δράματα είχαν αξία μόνον αν καταπιανόταν μαζί τους ένας Τσέχωφ ή ένας Ίψεν».

Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

Νίκος Δαββέτας: Ο ζωγράφος του Μπελογιάννη



Νίκος Δαββέτας, Ο ζωγράφος του Μπελογιάννη, Μεταίχμιο.

Στο νέο βιβλίο του ο Νίκος Δαββέτας χρησιμοποιεί μία αστυνομική ιστορία ως όχημα για να ασκήσει κριτική στους αριστερούς που μετανάστευσαν στη Γαλλία λόγω των πολιτικών συνθηκών, από το '40 ως τα μέσα του '70, και κατάφεραν να πάρουν, είτε το άξιζαν, είτε όχι, τον τίτλο του διανοούμενου. Αριβίστες, ανταγωνιστικοί μεταξύ τους, αποφασισμένοι να καταστρέψουν επαγγελματικά όσους αντιστέκονται στα σχέδιά τους, θα έφταναν άραγε και στο φόνο προκειμένου να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους;

Το μυθιστόρημα, όπως συμβαίνει και με άλλα βιβλία του ίδιου συγγραφέα, ξεκινά από μία καλή ιδέα, που απασχολεί το πολιτικοποιημένο κοινό την στιγμή που γράφεται, και που υποστηρίζεται από έρευνα σε σχετικά αρχεία, αλλά η οποία εξαντλείται γρήγορα, χωρίς να αναδεικνύει κάποιον λογοτεχνικό ήρωα που θα αγγίξει τον αναγνώστη, ή κάποια προσωπική ιστορία που θα συγκλονίσει με το βάθος και την σημασία της.

Καλογραμμένο (χωρίς να αποφεύγει κάποια κλισέ), ενδιαφέρον (κυρίως για όσους κινούνται στον κύκλο της Αριστερής διανόησης), σέβεται τον αναγνώστη, αλλά δεν απογειώνεται λογοτεχνικά, καθώς δεν καταφέρνει να υπερβεί τα -δυσδιάκριτα στις μέρες μας- όρια της δημοσιογραφικής έρευνας ώστε να γίνει καλή πεζογραφία.

Τα αρνητικά στοιχεία του βιβλίου είναι η απουσία ουσιαστικών ανατροπών, το βιαστικό (η λέξη που μου έρχεται είναι 'τσαπατσούλικο') τέλος, και η έλλειψη πολυφωνικότητας των πρωτοπρόσωπων αφηγήσεων - έπρεπε διαρκώς να ελέγχω από παρακείμενα στοιχεία ποιοι μιλούν, για να κατανοήσω το ακριβές νόημα των λόγων τους.

Το κύριο όμως πρόβλημα, κατά την άποψή μου, είναι ότι το κείμενο δεν είναι αρκετά στοχαστικό: δεν διεγείρει τη σκέψη του αναγνώστη, ούτε τον θέτει ενώπιον των δικών του εμμονών, προκαταλήψεων, και των όποιων ψυχικών ή ιδεολογικών του ορίων. Ο αναγνώστης παρακολουθεί απ' έξω τα όσα εκτυλίσσονται στο αφήγημα. Κι αυτός νομίζω ότι είναι ένας από τους λόγους που, αν και το διάβασα πολύ ευχάριστα και γρήγορα, πρόκειται για ένα βιβλίο μάλλον επικαιρικό, που δεν νομίζω να επισκεφτώ ξανά, για να βρω στις σελίδες του κάτι που μπορεί να με κινήσει θυμικά ή διανοητικά - όπως συμβαίνει με τα βιβλία καλής λογοτεχνίας.

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

Δήμητρα Κολλιάκου: Το πρόσωπο του ουρανού

 

Δήμητρα Κολλιάκου, Το πρόσωπο του ουρανού, Πατάκης

Υπάρχουν βιβλία που παρά τα εμφανή προβλήματά τους, την ελλιπή ανάπτυξη της πλοκής, τους μη ρεαλιστικούς χαρακτήρες, ή την αδόκιμη γλώσσα τους, διαθέτουν κάτι που μας κινεί το ενδιαφέρον. Με το βιβλίο της Κολλιάκου συμβαίνει, παραδόξως, το αντίθετο. Η γλώσσα είναι καλοδουλεμένη, το αντικείμενο που πραγματεύεται είναι αξιόλογο κι η πλοκή αναπτύσσεται προς ποικίλες κατευθύνσεις - αλλά δεν έχει κανένα ενδιαφέρον. Πρόκειται για ένα κείμενο που δεν ασκεί καμία γοητεία στον αναγνώστη - ή, τουλάχιστον σε μένα, που το βρήκα χλιαρό, θα έλεγα, λογοτεχνικά άγευστο.

Η υπόθεση: Η Νεφέλη, ελληνικής καταγωγής, μάνα του δεκάχρονου Νικόλα, αντιμετωπίζει δυσκολίες στη σχέση της με τον Βρετανό σύζυγό της, Σαμ. Μάνα και γιος μετακομίζουν σε μικρότερο σπίτι, επειδή ο Σαμ, έχοντας μόλις απολυθεί από το Πανεπιστήμιο στο Νιούκασλ, αποδέχεται μια θέση στο Πανεπιστήμιο της Μπαρσελόνα. Στη νέα της γειτονιά, η Νεφέλη γνωρίζει την Μάριον, μια γυναίκα που έχει περάσει τα εξήντα. Καθώς η φιλία τους αναπτύσσεται η Αγγλίδα δίνει στη Νεφέλη το χειρόγραφο του πατέρα της ο οποίος είχε πολεμήσει στη μάχη της Κρήτης. Στην πορεία ο αναγνώστης μαθαίνει ότι ο Σαμ δεν έχει πάει στην Μπαρσελόνα, έχει απλώς μετακομίσει, εν αγνοία της Νεφέλης, στο γειτονικό Σάδερλαντ όπου προσπαθεί να γράψει μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας.

Μοναδική ίσως ανταμοιβή για τον υπομονετικό αναγνώστη είναι το ένθετο χειρόγραφο για τη μάχη της Κρήτης. Κάθε μία από τις επιμέρους ιστορίες, άλλωστε, ενέχει υλικό για ανάπτυξη η οποία ποτέ δεν έρχεται - και το χειρότερο, παραμένουν έως τέλους ετερόκλητες. Τα κεφάλαια από το βιβλίο επιστημονικής φαντασίας που υποτίθεται ότι γράφει ο Σαμ είναι κουραστικά και μία περιττή παράκαμψη από την κύρια ιστορία που επιβραδύνει και άλλο μία ήδη μακρόσυρτη πλοκή. Η απόπειρα τέλος, της συγγραφέως να φιλοσοφήσει προς το τέλος του βιβλίου είναι μάλλον άτεχνη, καθώς περιορίζεται σε εξαιρετικά κοινότοπες διαπιστώσεις, και δεν προσφέρει κάτι καινούργιο στον αναγνώστη.

Η έλλειψη χάρης όλου του κειμένου θα δικαιολογείτο αν επρόκειτο ίσως για μια συνειδητή απόπειρα υπονόμευσης λογοτεχνικών προτύπων, ένα εγχείρημα ανατροπής των προσδοκιών του μέσου αναγνώστη. Τίποτα από αυτά όμως δεν νομίζω ότι ισχύει.

Το κείμενο δεν διεγείρει κάποιο συναίσθημα - ίσως ηθελημένα. Το βασικό πρόβλημα όμως είναι ότι δεν κινεί καθόλου τον στοχασμό ή τη στοιχειώδη σκέψη.

Πρόκειται για ένα καλογραμμένο, μα εντελώς άδειο βιβλίο, όπου η γέφυρα επικοινωνίας με τους αναγνώστες είναι κομμένη.

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

Μισέλ Φάις: Κτερίσματα


Μισέλ Φάις, Κτερίσματα (Πατάκης)

Η μνήμη ζει στο παρελθόν μα βιώνεται στο παρόν. Για να ακολουθήσεις λογοτεχνικά το μετέωρο βήμα της, πρέπει το βλέμμα σου να ναι στραμμένο σ' αντίθετη κατεύθυνση από τη γραφή σου, που σαν υπόκωφος αντίλαλος θα διεγείρει στον αναγνώστη όσα αισθάνθηκε--ή θα ήθελε να είχε νιώσει--στο παρελθόν. Το εγχείρημα αυτό είναι λογοτεχνικά πολύ δύσκολο--για να πετύχει χρειάζεται ένας πραγματικός δεξιοτέχνης της γραφής, όπως ο Μισέλ Φάις.

Στα 'Κτερίσματα' ο συγγραφέας καλεί τον αναγνώστη να μοιραστεί την παρουσία ανθρώπων που θα απουσιάζουν για πάντα. Η αφηγηματική τεχνική του κειμένου ποικίλει, καθώς αλλάζει και η θεματική εστίαση της κάθε ενότητας του βιβλίου. Ιδιαίτερα πετυχημένη είναι η σχεδόν ανεπαίσθητη μετάβαση από το τρίτο στο πρώτο και μετά στο δεύτερο πρόσωπο που διέπει τα περισσότερα πεζά του πρώτου μέρους. Το μεσαίο τμήμα, με τις αποφθεγματικές ρήσεις έχει μια αμεσότητα που σοκάρει άλλοτε θετικά κι άλλοτε προκαλώντας (ηθελημένα;) αναγνωστική αμηχανία. Οι καταληκτικές αφηγήσεις και οι απλαισίωτες συνομιλίες του τρίτου μέρους, μ' όλη την αμεσότητα και την 'ωμότητά' τους, έχουν εξαιρετική πυκνότητα, κι απαιτούν αρκετές αναγνωστικές επισκέψεις για να αποκαλύψουν όλες τις νοηματικές και θυμικές διαστάσεις τους.  

Ένα βιβλίο που ελπίζω να διαβαστεί από όσους αγαπούν τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. 

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Σοφία Νικολαΐδου: Χορεύουν οι ελέφαντες

Σοφία Νικολαΐδου, Χορεύουν οι ελέφαντες, Μεταίχμιο


Το πρόσφατο μυθιστόρημα της Νικολαΐδου πραγματεύεται την αληθινή ιστορία της δολοφονίας του Αμερικανού δημοσιογράφου Πολκ που αναστάτωσε την Ελλάδα και τη διεθνή κοινότητα κατά την περίοδο του Εμφυλίου. Συνδυάζοντας τη μυθοπλασία με τα πραγματικά γεγονότα, η συγγραφέας στήνει την αφήγησή της με τρόπο εύληπτο και αποτελεσματικό. Η δράση κινείται ανάμεσα στη Θεσσαλονίκη του εμφυλίου, και αυτή του 2011. Μέσα από τα μάτια ενός χαρισματικού όσο και ‘αντιδραστικού’ μαθητή της τρίτης Λυκείου, η συγγραφέας αναπλάθει τις κινήσεις των βασικών ηρώων της παράξενης δολοφονίας, με πρωταγωνιστή τον Μανόλη Γκρη (μυθιστορηματικό όνομα του Στακτόπουλου) που κατηγορήθηκε για το έγκλημα.

Τα αποσπάσματα που αφορούν το παρελθόν είναι ιδιαίτερα επιτυχημένα, η ιστορία καλοστημένη και ενδιαφέρουσα, κυρίως για τους νέους αναγνώστες που δεν είχαν έως τώρα την ευκαιρία να διαβάσουν ή να ακούσουν καν για την υπόθεση Πολκ. Οι χαρακτήρες είναι δοσμένοι πειστικά, με εκείνον της Μαρίας Γκρη, μητέρας του κατηγορούμενου, να ξεχωρίζει αποτελώντας σύμβολο των αγώνων και της αντοχής της προσφυγικής ψυχής που προδόθηκε κατ’ επανάληψη από την ελληνική πολιτεία.

Τα αποσπάσματα που αφορούν τη Θεσσαλονίκη του σήμερα και εναλλάσσονται με αυτά της ιστορίας του Μανόλη Γκρη και των δορυφόρων του, έχουν επίσης ενδιαφέρον, αν και υπάρχουν στιγμές που κάπως κουράζουν, καθώς αποσπούν την προσοχή του αναγνώστη από αυτό που τον απασχολεί πραγματικά, την υπόθεση της δολοφονίας του Πολκ, δηλαδή, και όσα συνέβησαν τους μήνες που ακολούθησαν. Προς το τέλος του βιβλίου, μάλιστα, η αίσθηση αυτή γίνεται εντονότερη, καθώς η προσπάθεια να αναπτυχθεί περισσότερο ο χαρακτήρας του καθηγητή Σουκιούρογλου, μοιάζει αμήχανη και εκτός των χωροχρονικών συγκειμένων.

Επιπροσθέτως η γλώσσα των αποσπασμάτων που αφορούν στην καθημερινότητα των μαθητών Λυκείου που προετοιμάζονται για Πανελλήνιες, είναι συχνά επιτηδευμένη, με τρόπο που θυμίζει εγχειρίδια της Τρίτης Δέσμης--μία επιτήδευση που εκτός από ξεπερασμένη ανάμεσα στους νεαρούς και τις νεαρές σήμερα, όσο άριστοι μαθητές κι αν είναι, γίνεται σε κάποια αποσπάσματα τόσο έντονη που αφήνει τον αναγνώστη ν’ αναρωτιέται αν πρόκειται για κάτι που σκόπιμα επέλεξε η Νικολαΐδου, ώστε να περιπαίξει αυτή την κατάσταση, ή αν, αντιθέτως, η εμπειρία της την έχει διδάξει κάτι που οι υπόλοιποι αγνοούμε.

Το βιβλίο διαβάζεται γρήγορα κι ευχάριστα παρά το ‘βαρύ’ και με σοβαρές πολιτικές διαστάσεις θέμα του. Αρκετοί από τους χαρακτήρες είναι καλοδουλεμένοι και πειστικοί - θα έλεγα «γοητευτικοί». Ο συνδυασμός επινόησης-ιστορίας έχει γίνει με επιτυχία. Υπάρχουν ωστόσο στιγμές που στον έμπειρο αναγνώστη μπορεί να δημιουργηθεί η απορία αν οι μαθητές του Λυκείου που ζωντανεύουν στο μυθιστόρημα, είναι και το κοινό στο οποίο απευθύνεται πρωτίστως το βιβλίο.

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Η ελληνική διεθνής πεζογραφία


Τα Βιβλιοκριτικά έχουν έως τώρα παρουσιάσει είκοσι τέσσερα πεζογραφήματα από την εκδοτική παραγωγή των δύο τελευταίων ετών. Φυλλομετρώντας σήμερα τις 'σελίδες' του ιστολογίου αναρωτιόμουν ποια από τα βιβλία αυτά θα περνούσαν άνετα τα σύνορα της χώρας μας, χάρη στην εκφραστική τους ακρίβεια, την πρωτοτυπία της αφηγηματικής τεχνικής, και τη σύγχρονη θεματολογία. 

Από τα είκοσι τέσσερα βιβλία που φιλοξενήθηκαν ως τώρα, οι επιλογές δεν είναι πολλές - μα ούτε και λίγες. Κατά τη γνώμη μου, οι ακόλουθοι τίτλοι θα μπορούσαν όχι μόνο να σταθούν στη διεθνή αγορά, αλλά και να στρέψουν προς τη χώρα μας το βλέμμα όσων κριτικών παρακολουθούν τη σύγχρονη σοβαρή πεζογραφία - κατ' αλφαβητική σειρά τα ονόματα των συγγραφέων:


Δημήτρης Νόλλας, Στον Τόπο (Ίκαρος)
Αλέξης Πανσέληνος, Σκοτεινές επιγραφές (Μεταίχμιο)
Εύα Στάμου, Εθισμός (Μελάνι)
Μιχάλης Φακίνος, Η έρημος έρχεται (Καστανιώτης)
Ελιάνα Χουρμουζιάδου, Μακάρι να ήσουν εδώ (Κέδρος)