Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Έρση Σωτηροπούλου, Να νιώθεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα


Έρση Σωτηροπούλου, Να νιώθεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα, Πατάκης, 2011.

Το καλαίσθητο εξώφυλλο της νέας συλλογής διηγημάτων της Σωτηροπούλου προδιαθέτει θετικά τον αναγνώστη. Τα διηγήματα ωστόσο ποικίλουν αρκετά ως προς τη λογοτεχνική τους αξία. Η πλέον άρτια και ικανής έκτασης ιστορία του βιβλίου είναι η «Κυριακή θεού στο Άμστερνταμ», όπου οι ήρωες ζωντανεύουν μέσω μιας καλοδουλεμένης, πειστικά ολοκληρωμένης πλοκής, καθώς τα γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο με φυσικό ρυθμό οδηγώντας το διήγημα σε ένα επιτυχημένο τέλος.

Δεν ισχύει όμως το ίδιο για όλες τις ιστορίες, ακόμα και για αυτές όπου η κεντρική ηρωίδα χάρη στα ιδιαίτερα γνωρίσματά της κινεί προς στιγμήν το έντονο ενδιαφέρον του αναγνώστη («Μάτια μέσα στη νύχτα»). Ένα διήγημα ενέχει ευφυή ανατροπή («Ακόμη και στον παράδεισο κάποιος μπλοφάρει»), ενώ στα περισσότερα απουσιάζει όχι μόνο η κορύφωση, αλλά και οι μικρές έστω εξωτερικές ή εσωτερικές ανατροπές που είναι απαραίτητες στην μικρή φόρμα.

Αν και όλες σχεδόν οι ιστορίες περιλαμβάνουν παραγράφους που ξεχωρίζουν λόγω της ικανότητας της συγγραφέως να κατευθύνει την προσοχή μας σε άδηλες αλλά εξαιρετικά σημαίνουσες λεπτομέρειες της ανθρώπινης φύσης, συνήθως το αφηγηματικό αποτέλεσμα ακυρώνεται, είτε από την αδυναμία ολοκλήρωσης που αφήνει τον αναγνώστη μετέωρο («Λοιπόν, σας αρέσει η λογοτεχνία;») είτε από ένα όχι δύσκολα προβλέψιμο τέλος («Στο φωτεινό δωμάτιο»).

Δεν γνωρίζω αν είναι εσωτερική ανάγκη ή εξωγενείς πιέσεις που ωθούν καταξιωμένους συγγραφείς να δίνουν προς δημοσίευση κείμενα που δεν συνθέτουν απαραίτητα ένα ολοκληρωμένο βιβλίο. Η απορία αυτή εγείρεται κυρίως όταν διαβάζω συλλογές διηγημάτων, κάποια από τα οποία ίσως έπρεπε να μείνουν στο συρτάρι του συγγραφέα, ή να έχουν αναπτυχθεί περισσότερο, ώστε να μην μοιάζουν με προσχέδια πολλά υποσχόμενων κειμένων.