Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Νίκος Παναγιωτόπουλος, Τα παιδιά του Κάιν


Νίκος Παναγιωτόπουλος, Τα παιδιά του Κάιν, Μεταίχμιο, 2011.


Περίμενα το νέο βιβλίο του Νίκου Παναγιωτόπουλου με μεγάλο ενδιαφέρον. Το αναζήτησα αρχικά στο κεντρικό βιβλιοπωλείο του Ελευθερουδάκη, όπου αρκετές ημέρες μετά την κυκλοφορία του μου είπαν ότι δεν το είχαν φέρει ακόμη. Στάθηκα τυχερός σε ένα συνοικιακό βιβλιοπωλείο των βορείων προαστίων, αφού χρειάστηκε να σηκώσω με τη βοήθεια του υπάλληλου μία ντάνα με ‘Δημουλίδου’, ώστε να ανασύρω Τα παιδιά του Κάιν κι ένα βιβλίο της Σωτηροπούλου.

Άρχισα να διαβάζω το βιβλίο σ’ ένα διπλανό cafe, ρουφώντας τα πρώτα κεφάλαια, τόσο για την ποιότητα της γραφής τους, όσο και για την ιστορία που το βιβλίο υπόσχεται ότι θα ξεδιπλώσει. Η περιγραφή των γεγονότων καλύπτει τρεις δεκαετίες, στην διάρκεια των οποίων θα ανατραπούν δεδομένα, όχι μόνο λόγω εξωτερικών περιστάσεων ή κοινωνικό-πολιτικών αλλαγών, αλλά κυρίως λόγω του διαφορετικού τρόπου που βιώνουν οι ήρωες το πέρασμα του χρόνου. Αρκετές στιγμές μου ερχόταν στο νου το οικείο ρεφραίν του Βάρναλη «...Αχ, πού σαι, νιότη, που δειχνες πως θα γινόμουν άλλος!». Είναι νομίζω χαρακτηριστικό σημερινών πενηντάρηδων να νιώθουν μια ιδιαίτερη απογοήτευση για τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία -όχι απαραίτητα επειδή όλα για όλους είναι τόσο άσχημα, αλλά διότι οι προσδοκίες και τα όνειρα εκείνης της γενιάς δύσκολα θα μπορούσαν να βρουν μια ευτυχή πραγμάτωση μόλις έρχονταν σε επαφή με την καθημερινότητα.

Ο Παναγιωτόπουλος μας δίνει ένα κείμενο συνειδητά αυτο-αναφορικό, καθόσον πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που αφηγείται, μεταξύ άλλων, τον τρόπο που γράφεται, αποκαλύπτοντας (ως ένα βαθμό), το παιχνίδι του συγγραφέα με τον αναγνώστη. Υιοθετεί μάλιστα μια τεχνική σεναρίου ώστε να δημιουργήσει και να διατηρήσει το αναγνωστικό ενδιαφέρον: την τεχνική αυτή όμως ο συγγραφέας δεν την εφαρμόζει μηχανικά, αλλά επιχειρεί να την υπονομεύσει εκ των έσω, αναβάλλοντας την επίλυση εντάσεων, και τη λύση των μικρών ή μεγάλων μυστηρίων. Εντούτοις, ο συγκεκριμένος τρόπος που χειρίζεται αυτή την τεχνική ο Παναγιωτόπουλος με άφησε ανικανοποίητο - όχι γιατί δεν δίνει οριστική απάντηση στο αφηγηματικό ερώτημα που τίθεται στο πρώτο κεφάλαιο, αλλά γιατί στην προσπάθειά του να επιτείνει την αγωνία ξεπερνά το όριο αντοχής του αναγνώστη, ο οποίος προς το τέλος του βιβλίου αρχίζει και αδιαφορεί για τα βαθύτερα κίνητρα και την τύχη των ηρώων.

Η γλώσσα, οι λεπτομερείς περιγραφές των χώρων και των κινήσεων των ηρώων, και οι εύστοχες κοινωνιολογικές παρατηρήσεις είναι οπωσδήποτε στα συν του βιβλίου-- αν και, κατά τη γνώμη μου, οι παρατηρήσεις αυτές μπορεί να λειτουργούσαν πιο αποτελεσματικά αν διαχέονταν στο κείμενο, αντί να δίνονται σε κλειστές και ενίοτε μακροσκελείς παραγράφους που ανακόπτουν τη ροή της ιστορίας. Οι ζωντανές εικόνες παρασύρουν τον αναγνώστη, ο οποίος δύσκολα θα αφήσει το βιβλίο παρά το μέγεθος και την -σε κάποια κεφάλαια- μακρηγορία του συγγραφέα. Η σύλληψη και η παρουσίαση της ιστορίας είναι πολύ ενδιαφέρουσα - αλλά ο συγγραφέας ανοίγει πολύ το εύρος του φακού, ξεχνώντας να ζουμάρει στα ιδιαίτερα στοιχεία που θα έδιναν μεγαλύτερο βάθος στον κάθε χαρακτήρα. Σε κάποιες περιπτώσεις βασικά στοιχεία για τους ήρωες δίνονται πολύ αργά στην εξέλιξη της ιστορίας επιτείνοντας την αίσθηση ότι η ανάγκες της πλοκής φτιάχνουν τον εκάστοτε χαρακτήρα, ο οποίος μοιάζει ως εάν να μην υφίσταται έξω από την ιστορία.

Παρά τις όποιες ενστάσεις σε επιμέρους σημεία, πιστεύω ότι Τα παιδιά του Κάιν είναι ένα έργο το οποίο θα προσφέρει αναγνωστική απόλαυση σε κάθε λάτρη της σοβαρής λογοτεχνίας - και για το οποίο αξίζει να παραμερίσουμε τις ντάνες της ευπώλητης παραλογοτεχνίας.

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

Μιχάλης Φακίνος, Η έρημος έρχεται


Μιχάλης Φακίνος, Η έρημος έρχεται, Καστανιώτης, 2011.

Θραύσματα από προηγούμενες διηγήσεις του Μιχάλη Φακίνου βρίσκονται σε χημική σύνθεση που παράγει ένα ισχυρό αφηγηματικό κοκτέιλ.

Στα θετικά του βιβλίου θα πρέπει να καταχωρηθούν, πρώτον, η περιγραφική δεινότητα του συγγραφέα -κάθε πρότασή του είναι σημαίνουσα, αποδίδοντας μέσω συνεχών εναλλαγών εσωτερικής και εξωτερικής εστίασης, το ακριβές περίγραμμα των όσων συμβαίνουν, μα και τον τρόπο που, κυρίως ο αφηγητής, και δευτερευόντως οι υπόλοιποι χαρακτήρες, βιώνουν τα γεγονότα.

Δεύτερον, η σαφής αποτύπωση του κάθε περιστατικού στο οποίο εμπλέκονται οι ήρωες, επιτυγχάνοντας σε λίγες σελίδες να παρουσιάσει την εκκίνηση, ανάπτυξη, και ολοκλήρωση της εκάστοτε περιπέτειας.

Τρίτον, την ευρηματική ιδέα παρουσίασης των ηρώων ως μελών μιας ορχήστρας, συγγραφικό τέχνασμα που αφενός επιτρέπει την διαρκή μετακίνηση των ηρώων και την επαφή τους με πολύ διαφορετικά πρόσωπα, αφετέρου προσφέρεται για πλήθος νοηματικών συνδηλώσεων αφού πρόκειται --κατά την άποψή μου-- για μια ορχήστρα που υπό τη διεύθυνση ενός συγγραφέα-μαέστρου, παράγει ιδιότυπους ήχους που δίνουν σχήμα στον αεικίνητο χρόνο, ο οποίος ως θέμα διατρέχει το αφήγημα, από την αρχική σκηνή της κηδείας, που σηματοδοτεί ένα βιολογικό τέλος, ως το αφηγηματικό τέλος της ιστορίας που με την (κατ' ουσίαν, μουσική) φράση “φως-παύση-φως-παύση-φως-φως-φως-παύση...” επιχειρεί να δώσει το μέτρο, ή έστω έναν ρυθμό, στο χάος της ανθρώπινης ύπαρξης.

Οι ενστάσεις που θα διατύπωνα για το βιβλίο πηγάζουν από την κόπωση που αισθάνθηκα κάποιες στιγμές από την γραμμικότητα της αφήγησης. Ενώ κάθε επιμέρους ιστορία μπορεί να κινητοποιεί έντονα το ενδιαφέρον του αναγνώστη, η παρατακτική τους σύνδεση, σε συνάρτηση με την κοινή θυμική ατμόσφαιρα που διέπει όλα σχεδόν τα περιστατικά, δημιουργεί -σε μένα τουλάχιστον- έναν αναγνωστικό κορεσμό -χρειάστηκαν αρκετά διαλείμματα, μίας ή δύο ημερών, μεταξύ κεφαλαίων, ώστε να ολοκληρώσω ένα τόσο σύντομο μυθιστόρημα, 170 σελίδων.

Χαίρομαι πάντως που όταν θ’ αναρωτιέμαι αν υπάρχουν αυθεντικοί πεζογράφοι στην Ελλάδα -εν αντιθέσει με τους αντιγράφοντες, μεταγράφοντες, τα αδόκιμα προϊόντα δημιουργικών σεμιναρίων, και τους ευπώλητους παραλογοτέχνες μας- θα μπορώ, χάρη στο Η Έρημος έρχεται, να προσμετρώ και τον Μιχάλη Φακίνο.