Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Χρήστος Αστερίου: Ίσλα Μπόα


Χρήστος Αστερίου, Ίσλα Μπόα, Εκδόσεις Πόλις

Το μυθιστόρημα του Χρήστου Αστερίου είναι εκ πρώτης όψεως μία δραματική περιπέτεια αλλά σε δεύτερο επίπεδο λειτουργεί ως πολιτικό σχόλιο για την κρίση (οικονομική, πολιτιστική, αξιολογική) που χαρακτηρίζει την εποχή μας.

Η ιστορία διαδραματίζεται στο Ίσλα Μπόα ένα ερημονήσι όπου δέκα άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι από διαφορετικές κουλτούρες και χώρες αποβιβάζονται μαζί με ένα αμερικάνικο τηλεοπτικό συνεργείο, προκειμένου να πάρουν μέρος σε ένα παιχνίδι που θυμίζει μία παραλλαγή του γνωστού στους αναγνώστες Survival.

Χωρισμένο σε δώδεκα κεφάλαια όπου οι ήρωες της ιστορίας, άντρες και γυναίκες, περιγράφουν σε πρώτο πρόσωπο τι νιώθουν, πώς βρέθηκαν στο νησί, ποιοι είναι και ποια είναι τα όνειρά κι οι επιθυμίες τους, το βιβλίο πραγματεύεται άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο πετυχημένα, μία σειρά από θέματα: την γεωπολιτική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών, την θρησκευτική διαφορετικότητα, τους μηχανισμούς της καπιταλιστικής οικονομίας, την δυσκολία να συμβιώσουν άνθρωποι από διαφορετικό πολιτιστικό υπόβαθρο, τον αμοραλισμό της τηλεόρασης και της βιομηχανίας του θεάματος.

Το βιβλίο είναι υπερβολικά φιλόδοξο κι επιχειρεί να παρουσιάσει τόσα θέματα που στο τέλος η μυθιστορηματική ισορροπία χάνεται. Οι περισσότεροι ήρωες δεν ξεφεύγουν από την σχηματική, ‘βιαστική’ περιγραφή και δεν αποκτούν ποτέ βάθος ή αληθοφάνεια. Περιγράφουν οι ίδιοι τη ζωή τους, χωρίς, στην πλειοψηφία τους, να μιλάνε για τα κίνητρά τους, δίχως να ‘αποκαλύπτονται’ στον αναγνώστη.

Επιπλέον κάποια από τα κεφάλαια, είναι απλώς φλύαρα και κουραστικά, δίχως συγκεκριμένο αφηγηματικό κέντρο. Αρκετή απόσταση χωρίζει τους χαρακτήρες που έχουν αποδοθεί πιο αναλυτικά και ολοκληρωμένα, όπως αυτόν του Ρέιμοντ Όκλι ή της Ελληνίδας, που έχει την δική της, ιδιαίτερη φωνή, και τους λιγότερο αληθοφανείς, όπως αυτόν της Κινέζας Φου Μινγκ Ξια που λειτουργεί σαν στερεότυπο δυναμικής, πετυχημένης και μοναχικής γυναίκας ιδωμένη από μία στενά αντρική ματιά.

Τα κεφάλαια που αφορούν τον Σάμυ Κόου και την συνάντησή του με την νεαρή γυναίκα αποτελούν κατά τη γνώμη μου τα καλύτερα και πιο ’κινηματογραφικά’ σημεία του βιβλίου, όπου η υπόθεση εκτυλίσσεται σε γρήγορους ρυθμούς, οι διάλογοι είναι έξυπνοι και πειστικοί, οι ανατροπές ενδιαφέρουσες.

Η σύλληψη της ιστορίας που γίνεται απρόσμενα θρίλερ είναι έξυπνη, αλλά η εκτέλεσή της προδίδει το βιβλίο σε αρκετά σημεία, αφού οι χαρακτήρες δεν κερδίζουν το ενδιαφέρον, αλλά λειτουργούν μηχανικά ως φορείς μιας μακρόσυρτης αφήγησης.

Το τελευταίο κεφάλαιο που επιχειρεί να συναρμόσει τα κομμάτια του παζλ και να ερμηνεύσει το απώτερο νόημά του, στερείται πειστικότητας, είναι φιλοσοφικά ανερμάτιστο, και αφηγηματικά επιτηδευμένο.