Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

Ευγενία Μπογιάνου, Κλειστή πόρτα


Ευγενία Μπογιάνου, Κλειστή πόρτα, Εκδόσεις Πόλις, 2012

Η συλλογή διηγημάτων της Ευγενίας Μπογιάνου αποτελείται από έντεκα ιστορίες που καταπιάνονται με τις ζωές απλών, καθημερινών ανθρώπων, γραμμένες σε πρώτο πρόσωπο. Οι χαρακτήρες γίνονται πειστικοί και οικείοι σε βαθμό που -με ελάχιστες εξαιρέσεις- οι σκέψεις και οι πράξεις τους να εμφανίζονται αναμενόμενες και τετριμμένες, αφαιρώντας από τα διηγήματα το στοιχείο της έκπληξης, που θα επέτρεπε στους αναγνώστες να τους προσεγγίσουν από διαφορετικές οπτικές.

Οι σκέψεις και οι κινήσεις για παράδειγμα της Έλλης Καλπούζου στην ιστορία ‘Το σωστό’, καθώς και της μετανάστριας Μάγιας, στην ομότιτλη ιστορία, είναι ακριβώς αυτές που θα περίμενε κανείς από γυναίκες που βρίσκονται στη δική τους κατάσταση. Η ανατροπή που αναμένει ο αναγνώστης δεν έρχεται ποτέ. Επιπλέον σε κάποιες ιστορίες οι φωνές και το ύφος των ηρώων δεν είναι ευδιάκριτα: λόγου χάριν, με τον τρόπο που μιλάει για τον εαυτό της η πρωταγωνίστρια της ιστορίας ‘Κληρονομιά’ το κάνει και η ηρωίδα της ιστορίας ‘Κλειστή πόρτα’.

Σε όλα τα διηγήματα οι ήρωες βιώνουν μια καθημερινότητα σκληρή, μίζερη κι αδιέξοδη που αναβιώνει την αναγνωστική εμπειρία του βιβλίου του Χρήστου Οικονόμου, Κάτι θα γίνει, θα δεις (εκδόσεις Πόλις, 2010). Η Ευγενία Μπογιάνου, ακριβώς όπως και ο Οικονόμου, περιγράφει ζωές ηρώων που σχετίζονται μεταξύ τους. Με τον τρόπο αυτό, έστω και χαλαρά, οι ιστορίες συνδέονται και η δράση στους ίδιους χώρους και στο ίδιο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο δικαιολογείται. Παρόλο που η ματιά της Μπογιάνου είναι πιο τρυφερή και ενδοσκοπική και η γλώσσα περισσότερο σύγχρονη, το βιβλίο της δίνει την ίδια εντύπωση που αφήνει και η συλλογή του Οικονόμου, δηλαδή ότι η αδυναμία τής συγγραφέως να γράψει ένα ολοκληρωμένο μυθιστόρημα όπου η σχέση των χαρακτήρων θα εξηγείται αλλά και θα δικαιώνεται από την αναγκαιότητα της πλοκής, την οδήγησε να υιοθετήσει το τέχνασμα των διηγημάτων με ήρωες που οι ζωές τους αλληλοτέμνονται.

Να σημειώσω ότι η οικονομική και πολιτική κρίση που όλοι βιώνουμε σε συνδυασμό με την επιβράβευση της θεματικής και της τεχνοτροπίας του Χρήστου Οικονόμου με το Κρατικό Βραβείο, είναι αρκετά πιθανόν να παροτρύνει στο άμεσο μέλλον και άλλους νέους συγγραφείς να ενασχοληθούν με τα δεινά της εργατικής τάξης, των μεταναστών και των ανέργων. Δύο παρατηρήσεις: όλες σχεδόν οι ζωές, όσο σκληρές κι αν είναι, περικλείουν κάποιες στιγμές όπου η ελπίδα, τα όνειρα για το μέλλον, η ερωτική επιθυμία, η ικανοποίηση που πηγάζει από απλές, καθημερινές συνήθειες ή επαφές, μπορεί να τις φωτίζουν και να τις ομορφαίνουν, κάτι που δεν θυμούνται πάντα οι λογοτέχνες που επιλέγουν αυτού του είδους τη θεματολογία προκειμένου να φανεί (σε ποιον άραγε;) ότι κάνουν ‘σοβαρή λογοτεχνία’ --ενώ ταυτόχρονα μειώνουν κατά πολύ την αίσθηση αληθοφάνειας την οποία καταφανώς επιδιώκουν.

Δεύτερον, το πόσο σημαντικός και αυθεντικός είναι ένας λογοτεχνικός χαρακτήρας --καθώς κι ο τρόπος που ένα λογοτεχνικό βιβλίο συμβάλλει στην αντίσταση κατά της πολιτιστικής και ηθικής κρίσης που συμπλέκεται με την οικονομική-- δεν εξαρτάται από το πόσο περιθωριακός είναι και από τον βαθμό εξαθλίωσης που βιώνει αλλά από μία σειρά διαφορετικών κριτηρίων, αυτών που πάντα, ανεξάρτητα από τις τρέχουσες συνθήκες, ξεχώριζαν την καλή από την κακή λογοτεχνία.