Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2011

Γιάννης Μακριδάκης, Η άλωση της Κωνσταντίας


Γιάννης Μακριδάκης, Η άλωση της Κωνσταντίας, Εστία 2011.


Όποτε δω καινούργιο βιβλίο του Μακριδάκη στα βιβλιοπωλεία, το παίρνω στα χέρια μου, διαβάζω την πρώτη παράγραφο, κλείνω το βιβλίο, και το επανατοποθετώ στο ράφι. Σκέφτομαι πως ό,τι κάνει αυτός ο συγγραφέας το κάνει καλά -απλά, αυτό που κάνει δεν με αφορά.

Το καλοκαίρι αυτό όμως, τι με τον ‘Εζέλ’, τι με τα άλλα σήριαλ που χάνω τόσα χρόνια, είδα το βιβλίο με το όμορφο εξώφυλλο και το υπονοούμενο περί Κωνσταντινούπολης στον τίτλο, κι είπα να προσπαθήσω ξανά.

Πήρα κατάλληλη θέση, ακουμπώντας ελαφρά στον πάγκο των ευπώλητων, και ξεκίνησα: διάβασα την αρχική παράγραφο, καβατζάρισα την πρώτη σελίδα, κι έφτασα στο τέλος της δεύτερης. Εκεί σταμάτησα κι άφησα πίσω το βιβλίο, για να το βρει κάποιος από τους πολλούς φίλους της γραφής του Μακριδάκη, και τους λάτρεις της συγκεκριμένης θεματολογίας, να το αγοράσει και να το ευχαριστηθεί.

Νομίζω όμως ότι συνέλαβα κάπως καλύτερα την πηγή της δυσφορίας μου με το συγκεκριμένο πεζογραφικό ύφος: το πρόβλημα, νομίζω, είναι ακριβώς ότι πρόκειται για συνειδητό ύφος --για ένα τρόπο λογοτεχνικής έκφρασης, δηλ., που κραυγάζει στον αναγνώστη να προσέξει το πόσο καλά χειρίζεται ο συγγραφέας μία γλώσσα στην οποία κανείς άλλος δεν γράφει.

Θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί γιατί αυτό να θεωρηθεί πρόβλημα κι όχι αρετή. Η ηθογραφική μας παράδοση, στο κρίσιμο πέρασμα από τον 19ο στον 20ο αιώνα, αυτή ακριβώς την γλωσσική ιδιοτυπία επιχείρησε να αναδείξει, κάνοντας συστηματική χρήση της ντοπιολαλιάς, διανθίζοντας την επίσημη καθαρεύουσα με νησιωτικούς, θρακιώτικους, ή ρουμελιώτικους ιδιωματισμούς, προσδίδοντας στα εκτενή διηγήματα το απαραίτητο couleur locale που οι αναγνώστες των άστεων επιθυμούσαν από τη λογοτεχνία. Αν το έργο του Μακριδάκη μας επανασυνδέει, έστω και ακούσια, με μία πεζογραφική σχολή, σημαντικός και ιδιόρρυθμος εκπρόσωπος της οποίας υπήρξε άλλωστε κι ο μέγιστος Παπαδιαμάντης, τότε όλα είναι καλά.

Δεν είμαι όμως σίγουρος για αυτό, διότι πιστεύω ότι υπάρχει η εξής διαφορά. Αν σε ένα κείμενο του Παπαδιαμάντη μια μητέρα λάβει γράμμα για το γάμο της κόρης της, τα όσα κατόπιν θα μονολογήσει, αρκούντως ηχηρά για να ακουστούν από τις παρακείμενες γυναίκες, θα δοθούν στην δική της λαλιά. Για την περιγραφή της συγκεκριμένης γυναίκας όμως, ο Παπαδιαμάντης δεν υποδύεται τη γυναίκα, ούτε η γλώσσα του πιθηκίζει τις λέξεις της: την παρακολουθεί με τη λογοτεχνική του ματιά, και την περιγράφει καταρχήν στη δική του γλώσσα, την καλλιεργημένη καθαρεύουσα που συναντάμε στις προσωπικές κι επαγγελματικές επιστολές του. Η εναλλαγή αυτή -στην οποία μπορεί να οφείλεται εν μέρει κι η εκπληκτική μουσικότητα κάποιων κειμένων του- σέβεται τη βασική διάκριση ανάμεσα στον ευθύ και τον πλάγιο λόγο, και τη συνακόλουθη διαφορά ανάμεσα στον πεζογραφικό και τον προφορικό λόγο.

Αντίθετα, στο κείμενο του Μακριδάκη (ή, για να το επαναλάβω: στις σελίδες που εγώ διάβασα) η τοπική γλώσσα ρέει σε ευρύχωρες παραγράφους, ανεμπόδιστη από σημεία στίξης, πλην του κόμματος, συνθλίβοντας οπτικά και ηχητικά τη διάκριση ανάμεσα σε ευθύ και πλάγιο λόγο, παρέχοντας στο ιδίωμα την αποκλειστικότητα έκφρασης. Το αποτέλεσμα είναι μία ιδιόρρυθμη μονωδία λέξεων και φράσεων, σε συνειδητή απόσταση από τη σύγχρονη γλώσσα.

Κάποιοι το βρίσκουν αυτό εντυπωσιακό. Κάποιοι, απλώς κουραστικό. Ανήκω προφανώς στην δεύτερη κατηγορία. Πολλοί αναγνώστες φαίνεται να ανήκουν στην πρώτη. Κι αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό -ιδίως αν τα βιβλία του Μακριδάκη έχουν άλλες αρετές, που το ύφος του δεν θα μου επιτρέψει ποτέ να διαπιστώσω.